2010okt15p1

Πραγματοποιήθηκε στίς, 13 Ὀκτωβρίου 2010 στήν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ἐκδηλώση εἰς μνήμην τοῦ ἐθνομάρτυρα Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ, μέ ἀφορμή τήν ἐπέτειο τῶν 200 χρόνων ἀπό τήν ἐκλογήν του εἰς Ἀρχιεπίσκοπο (1810-1821).
Στήν ἐκδήλωση παρέστησαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βελγίου κ. Παντελεήμονας, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Εὐμενείας κ. Μάξιμος, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Λήδρας καί καθηγούμενος τῆς Ἱεράς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Μαχαιρά κ. Ἐπιφάνιος, ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης κ. Ἰγνάτιος Σωτηριάδης, μέλος τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ὁ πρέσβυς τῆς Κύπρου στό Βέλγιο κ. Κωνσταντῖνος Ἠλιάδης, οἱ Κύπριοι εὐρωβουλευτές κα. Ἰωάννης Κασουλίδης, κ. Ἑλένη Θεοχάρους, κ. Κυριάκος Μαυρονικόλας καί ἡ κα. Ἀντιγόνη Παπαδοπούλου, καθώς καί πλῆθος προσκεκλημένων.
Στόν χαιρετισμό του ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Νεαπολέως κ. Πορφύριος ἐκπρόσωπος τῆς ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στήν Εὐρωπαϊκή Ἑνώση, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τούς προσκεκλημένους γιά τήν παρουσία τους στήν ἐκδήλωση ἀναφέρθηκε στήν ζωή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ καθώς καί στό μαρτύριο του. Τέλος τόνισε μεταξύ ἄλλων ὅτι: «ὁ Κυπριανός μέ τήν ζωή καί τό παράδειγμα του μπορεῖ σήμερα πού διερχόμαστε ἐθνικές συμπληγάδες στήν ἡμικατεχόμενη μας πατρίδα νά μᾶς πεῖ καί νά μᾶς διδάξει πολλά. Τήν ζέουσα πίστη στόν Θεό καί τήν πατρίδα, τήν ὑπομονή καί τήν ἐπιμονή στό δίκαιο ἀγῶνα μας. Ἀκόμα καί στόν χῶρο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης κάνεις δέν θά μᾶς χαρίσει τό δίκαιο μας ἄν δέν τό διεκδικοῦμε μαχητικά μέ σύνεση ὁμοψυχία καί διάκριση περισσή. Ἅς φανοῦμε ἀντάξιοι τῶν προγόνων μας, τῶν ὁποίων οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες μᾶς συνοδεύουν καί σκεπάζουν».
Ἀκολούθως ὁ κ. Κωστής Κοκκινόφτας, ἐρευνητής τῆς Ἱεράς Βασιλικῆς Μόνης Κύκκου ἀνέπτυξε τό θέμα «Ἡ ζωή καί ὁ μαρτυρικός θάνατος τοῦ Ἀρχιεπίσκοπου Κύπρου Κυπριανοῦ». Ὁ ἀξιόλογος καί διαπρεπής ἐρευνητής σκιαγράφησε τόν ἐθνομάρτυρα Κυπριανό ὡς ἕνα ἀπό τούς σημαντικότερους ἀρχιερεῖς τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Μεταξύ ἄλλων τόνισε ὅτι « ὁ Κύπριος Ἀρχιεπίσκοπος ὑπῆρξε φυσιογνωμία βιβλική καί ξεχωρίζει μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς ἱστορίας μέ τίς ἀρετές τῆς τόλμης καί τῆς καρτερίας τῆς ἐθνικῆς περηφάνιας ἀλλά καί τῆς χριστιανικῆς ταπεινότητας. Εἶχε σαφέστατη ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς του… γι' αὐτό καί κατάφερε μέσα ἀπό ἀντίξοες συνθῆκες καί σέ περίοδο ἔξαρσης τῆς τουρκικῆς τυραννίας νά ἀφυπνίσει τόν λαό καί νά βελτίωσει τήν πνευματική του ὑπόσταση». Ὅσον ἀφορᾶ τήν θυσία τοῦ ἐθνομάρτυρα Κυπριανοῦ ὁ κύριος Κοκκινόφτας τόνισε ὅτι « … ὁ κύπριος Ἀρχιεπίσκοπος ὁδηγήθηκε στό μαρτύριο δεικνύοντας ἀσύνηθες θάρρος καί μοναδική ἀξιοπρέπεια. Μέ τήν θυσία τίμησε τήν ρωμιοσύνη, καταξίωσε τήν ἑλληνική του ταυτότητα καί δικαίωσε τήν χριστιανική του πίστη, σεμνά ταπεινά καί μέ ἀξιοπρέπεια χωρίς νά ἐπιδιώξει τόν οἶκτο κανενός προχώρησε γαλήνιος πρός τόν θάνατο…. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός ἀπέρριψε τά ὅσα τοῦ προτάθηκαν καί προσῆλθε στό μαρτύριο μέ τίς φράσεις «Κύριε ἐλέησον, Χριστέ Ἐλέησον» διδάσκοντας μέ τό παράδειγμα τῆς θυσίας του τό μεγαλεῖο καί τήν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς πίστης».
Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Λήδρας καί καθηγούμενος τῆς Ἱεράς Σταυροπηγιακῆς καί Βασιλικῆς Μόνης τοῦ Μαχαιρά κ. Ἐπιφάνιος ὡς τελευταῖος ὁμιλητής στήν σεμνή ἐκδήλωση πρός τιμήν τοῦ ἐθνομάρτυρα Κυπριανοῦ μίλησε γιά τήν προσωπικότητα τοῦ ἐθνομάρτυρα μέσα ἀπό τίς ἀρχειακές πηγές. Σκιαγραφώντας τόν Ἀρχιεπίσκοπο ὁ καθηγούμενος τῆς μονῆς τῆς μετανοίας τοῦ ἐθνομάρτυρα Κυπριανοῦ, ἀνέφερε ὅτι τόν χαρακτηρίζουν ὡς ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἕνα ἐπίγειο ἄγγελο οὐράνιο παραστάτη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ψύχη τε καί σώματι ἀφιερωμένο στόν Θεό. Μεταξύ ἄλλων ὁ ἅγιος καθηγούμενος τόνισε ὅτι « πρῶτος ὁ Κυπριανός στήν ζωή πρῶτος καί στόν θάνατο. Ὡς μεγάλος δάσκαλος γιά ἐμᾶς τά πνευματικά του τέκνα τούς ἀπόγονους τῆς φυλῆς του καί μέ τήν ζωή του καί μέ τόν θάνατο του. Μέ τόν θάνατο του τό γένος λαμπρύνεται. Λαμπρύνεται καί καταφωτίζεται ἀπό θεϊκές ἀναλαμπές γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπος θεοῦ καί πιστός θεράποντας Θεοῦ καί ἀνθρώπων ὁ μεγαλομάρτυρας Κυπριανός, ὁ πρωτοπόρος στήν ἑκατόμβη τοῦ μαρτυρίου, παραστέκοντας στόν θρόνο τῆς Παναγίας Τριάδος, δέν παύει ἀδιαλείπτως νά πρεσβεύει ὑπέρ τῆς ποίμνης του ἡ ὁποία κλυδωνίζεται ἀπό τίς τρικυμίες τῶν ἀλλοφύλων καί ἡ ὁποία ζητεῖ τίς θεοπηθείς του εὐχές. Οἱ πύρινες δεήσεις του ἐπισπούν τό ἔλεος του Θεοῦ καί κατεβάζουν χαρίσματα καί χάριτες ἀπό τόν οὐρανό. Καί ἐμεῖς ὁμολογώντας τίς δωρεές, ὡς εὐγνώμονα τέκνα ἀναπέμπουμε τά εὐχαριστήρια καί κατακλείουμε τόν λόγο μέ τά ὑστερινά λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου: «Ἐμακρολόγησα τό ὀμολογῶ. Ἀλ' ὅταν ἡ καρδία λαλεῖ πολλά, ὁ κάλαμος ὅσον καί ἄν συσταλθεῖ ἀναγκάζεται νά πολυλογήσει».
Κατά τήν διάρκεια τῆς ἐκδήλωσης προβλήθηκε ταινία μικροῦ μήκους μέ θέμα τήν ζωή καί τήν θυσία τοῦ μάρτυρα τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδας Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ. Ἡ ὅλη ἐκδήλωση τελείωσε μέ βυζαντινούς ὕμνους ἀπό βυζαντινό χορό, καθώς δεξίωση καί ἔκθεση φωτογραφίας μέ κειμήλια πού συνδέονται μέ τόν ἐθνομάρτυρα Κυπριανό.

2010okt15p2ethnom

Χαιρετισμός Θεοφιλέστατου Ἐπισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου στήν ἐκδήλωση
«Μνήμη Ἐθνομάρτυρος Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού (1810-1821) 200 χρόνια ἀπό τήν εἰς Ἀρχιεπίσκοπο ἐκλογήν του» (13 Ὀκτωβρίου 2010)

 2010okt15p3ethnom

Ἐκφράζουμε τίς θερμές μας εὐχαριστίες γιά τήν σημερινή ἐδῶ παρουσία καί συμμετοχή σας στήν σεμνή μας ἐκδήλωση «Μνήμη Ἐθνομάρτυρος Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ (1810-1821) 200 χρόνια ἀπό τήν εἰς Ἀρχιεπίσκοπο ἐκλογήν του». Ἡ σημερινή ἐκδήλωση θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς συνέχεια σειρᾶς ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων πού ἡ Ἱερά Μονή Μαχαιρᾶ, ἡ τροφός Μονή τοῦ Ἐθνομάρτυρος, ὀργάνωσε πρός τιμήν του, ὅπως: τό διήμερο συνέδριο στίς 22-23 Ἰανουαρίου στήν Λευκωσία μέ τόν τίτλο «Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος» καθώς καί ἡ ἔκδοση τοῦ ὁμώνυμου καλαίσθητου τόμου – λευκώματος μέ κειμήλια καί ἔγγραφα πού ἔχουν σχέση μέ τόν Ἐθνομάρτυρα.
Πολλά ἔχουν γραφεῖ καί λεχθεῖ γιά τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ μάρτυρα τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος, Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ. Μεταξύ αὐτῶν ἐξαίρεται καί ὑπογραμμίζεται ἡ μόρφωση, ἡ σοφία, ἡ σύνεση καί ἡ διάκριση πού τόν κοσμοῦσαν. Μέσα ἀπό τήν ζωή καί τό ἔργο του ἀναδεικνύεται ὡς ἀληθινός ποιμένας τῆς ποίμνης του, κατά τό πρότυπον τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ. Ἀναλίσκεται νύχτα καί ἡμέρα γιά τήν προστασία τους ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους καί πειρασμούς πού παραμονεύουν γιά τόν ἀφανισμό τους. Διαμεσολαβεῖ γιά τήν ἀναίμακτη καταστολή τῆς ἐπανάστασης τῶν τούρκων χωρικῶν κατά τοῦ Τούρκου κυβερνήτη τό 1804 καί κερδίζει τήν ἀγάπη τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν καί τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Ὅταν ὁ τελευταῖος ἐξορίζεται ἀπό τόν Σουλτάνο στόν Εύριπο τῆς Χαλκίδας, ὁ λαός ζητεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν ἐκλογή τοῦ Κυπριανοῦ ὡς Ἀρχιεπισκόπου του. Στίς 30 Ὀκτωβρίου 1810, ὁ λύχνος τίθεται ἐπί τήν λυχνίαν καί φέγγει καί ἀκτινοβολεῖ διά τῶν ποικίλων ἀρετῶν πού τόν κατακοσμοῦν ὡς ἐλαία κατάκαρπο. Ἀπό τά πρῶτα ἔργα του ἡ ἵδρυση τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ Σχολείου σέ γῆ τῆς Μονῆς του, τό ἱστορικό Παγκύπριο Γυμνάσιο, ἀπέναντι ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή. Ξέρει ὅτι γιά νά γλυκοχαράξει ἡ πολυπόθητη ἐλευθερία δέν χρειάζονται μόνο ὄπλα ἄλλα προϋποτίθεται πρῶτα ἡ πνευματική ἐλευθερία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά πάθη του, τότε μόνο μπορεῖ νά ἀποκτήσει πατρίδα ἐλεύθερη.
Σ' αὐτό πού ὅλοι στεκόμαστε μέ δέος καί θαυμασμό εἶναι ἡ ἐθελούσια θυσία του γιά τήν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του. Φυλακισμένος ἀπό τόν αἱμοδιψῆ Κουτσιούκ – Μεχμέτ, μαζί μέ ἄλλους ἀρχιερεῖς τοῦ νησιοῦ, τόν Πάφου Χρύσανθο, Κιτίου Μελέτιο, Κυρηνείας Λαυρέντιο καί τούς ὑπόλοιπους 500 περίπου προκρίτους τοῦ νησιοῦ, ἀρνεῖται νά δραπετεύσει καί νά σωθεῖ στά ‘'κουσουλάτα'’ τῆς Λάρνακας. Στόν σπλαχνικό Κιόλογλου θά πεῖ ‘παρά τό γαίμαν τῶν πολλῶν ἐν κάλλιον τοῦ πισκόπου''. Παρέμεινε πιστός στόν λόγο τοῦ Κυρίου ‘‘ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων‘’. Παρέμεινε στό χῶρο τόν δικό του, μέ ἀξιοπρέπεια καί ἀρχοντιά. Χωρίς νά τρομάξει ἤ νά φοβηθεῖ. Ἤξερε ὡς Ρωμιός καί νά ζεῖ ἀλλά προπάντων νά πεθαίνει. Ἀγέρωχος, εὐθυτενής βαδίζει στήν κρεμασμένη ἀπό τήν συκαμηνιά ἀγχόνη. Εὐλογεῖ τήν θηλειά καί μέ γαλήνη καί λεβεντιά λέει στόν δήμιο: ‘‘ Ἐκτέλεσον τήν ἐντολήν τοῦ ἀπηνοῦς κυρίου σου ’’.
Ὁ Κυπριανός μέ τήν ζωή καί τό παράδειγμα του μπορεῖ σήμερα πού διερχόμαστε ἐθνικές συμπληγάδες, στήν ἡμικατεχόμενη μας πατρίδα, νά μας πεῖ καί διδάξει πολλά. Τήν ζέουσα πίστη στόν Θεό καί τήν Πατρίδα, τήν ὑπομονή καί ἐπιμονή στό δίκαιο ἀγῶνα μας. Ἀκόμα καί στόν χῶρο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης κανείς δέν θά μας χαρίσει τό δίκαιο μας ἄν δέν τό διεκδικοῦμε μαχητικά, μέ σύνεση, ὁμοψυχία καί διάκριση περισσή. Ἄς φανοῦμε ἀντάξιοι τῶν ἁγίων προγόνων μας, τῶν ὁποίων οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες μας συνοδεύουν καί σκεπάζουν.
Ἐκφράζουμε τίς θερμές μας εὐχαριστίες πρός τούς δύο ἐκλεκτούς ὁμιλητές τῆς ἐκδήλωσης μας: τόν καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Λήδρας κ. Ἐπιφάνιο καί τόν διακεκριμένο ἐρευνητή κ. Κωστή Κοκκινόφτα, τῆς Ἱεράς Μονῆς Κύκκου γιά τήν ὁλοπρόθυμη ἀνταπόκρισή τους στήν πρόσκληση μας, καθώς καί ἐσᾶς πού μέ τήν παρουσία σας τιμᾶτε τόν μάρτυρα τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδας, Ἀρχιεπίσκοπο Κυπριανό.

2010okt15p4arx

EΚΘΕΣΗ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Λήδρας καὶ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ κ. Ἐπιφανίου Γνῶθι Κυπριανόν.
Σκιαγράφηση τῆς προσωπικότητάς του μέσα ἀπὸ τὶς ἀρχειακὲς πηγές.

 2010okt15p5

ας τὸ ἐγχείρημα τῆς σκιαγραφήσεως τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἀρχ. Κύπρου Κυπριανοῦ, τοῦ Μαχαιριώτου, ἐντοπίσαμε μίαν ἐπιστολὴ μὲ ἡμερομηνία 21 Αὐγούστου 1816, ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων. Ἐκκλησιαστικὸς ἄνδρας, σημαντικὴ προσωπικότητα τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας τοῦ 19ου αἰῶνα, κριτικὸς καὶ καυστικὸς ἔναντι τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ πολιτικῶν παρεκτροπῶν, συναντήθηκε καὶ συναναστράφηκε μὲ τὸν Κυπριανὸ γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα. Αὐτὸ τοῦ ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ ψυχολογήσει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, νὰ μάθει περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του, καὶ νὰ καταθέσει τὸ ἀπόσταγμα τῆς καρδίας του. Ἡ διακήρυξη αὐτὴ καταγράφεται σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς τὸν μακαριώτατο, σοφώτατο καὶ σεβασμιώτατο Πρωθιεράρχη τῆς Κύπρου: «Ἐγὼ δέ, μακαριώτατε δέσποτα, ὅλων τούτων δι’ ὅλου πειραθεὶς εἰς τὴν μικρὰν ἅμα καὶ μεγάλην μετὰ τῆς θεσπεσίας σου ψυχῆς παροικίαν μου, ἀναλογίζομαι καθ’ ἑκάστην τὸν πλατὺν καὶ εὐώδη λειμῶνα τῶν ἀρετῶν σου. Καὶ ὡς μέλισσα μικρὰ περιϊπτάμενος μὲ τὴν διάνοιαν, ἐπαινῶ καὶ κηρύττω μετ’ εὐφημίας τὰ ἀκήρατα τῶν κατορθωμάτων σου ἄνθη». «Αἱ ἀρεταί σου κινοῦσι πᾶσαν γλῶσ­σαν πρὸς ἔπαινόν σου. Οὔτε κολακείας ὑπόνοια, οὔτε ψῆφος δεκασμοῦ, οὔτε ἄλλη κἀμμία κηλὶς δύναται νὰ ἐπικαθίσῃ εἰς τῶν ἐγκωμίων σου τὸ καθαρώτατον κάτοπτρον». «Ταῦτα μακαριώτατε πάτερ ἔχεις μαρτύριον καὶ καθαρὰν ὁμολογίαν τοῦ πρὸς τὴν θεόστεπτον κορυφήν σου αἰωνίου σέβας καὶ χρέους μου». Ἡ περιεκτικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ θὰ ἀποτελέσει τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο, τὸν πυρῆνα τῆς σκιαγράφησης. Ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους προτάσεις θὰ ἐπεκταθοῦμε καὶ σὲ ἄλλων προσώπων ἀναφορές, καὶ θὰ ἐμβαθύνουμε στοὺς χαρακτηρισμούς.
Μετὰ τὶς προσφωνήσεις καὶ τὴν ἀναφορά του στὰ περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν γεγονότων ποὺ συνέβησαν σ’ αὐτόν, ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος γράφει: «Ταῦτα σεβασμιώτατε δέσποτα τὰ κατ’ ἐμὲ καὶ κοινὰ καὶ ἰδιαίτερα συντόμως ἐξιστορούμενα. Εἴτι καλὸν καὶ αἴσιον καὶ εὐφρόσυνον πηγάζει ἐκ τούτων, τὸ χρεωστῶ εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν ἐξιλεουμένην εἰς ἐμὲ διὰ τῶν πατρικῶν σου εὐχῶν. Ἀντὶ ταύτης τῆς χάριτός σου, μακαριώτατε πάτερ καὶ δέσποτα, καὶ τῶν ἄλλων τῶν εἰς ἐμέ σου πολλῶν καὶ μεγάλων εὐεργετημάτων, ὥρα εἶναι ἤδη νά προσφέρω πρὸς τὴν θεσπεσίαν σου κορυφὴν τὰς εὐχαριστηρίους ὁμολογίας μου. Καὶ (ἐ)μὲ δέξαι, παρακαλῶ, μετ’ ἐλευθερίας παῤ­ῥησιαζόμενον ἐνώπιον τῆς μακαριωτάτης καθέδρας σου».
Καὶ σὰν νὰ βρίσκεται ἐνώπιόν του ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος, μὲ παρρησία καὶ τόλμη πολλή, ἀρχίζει νὰ σκιαγραφεῖ καὶ νὰ διαλαλεῖ τὸ μεγαλεῖο τοῦ χαρακτῆρος τοῦ μακαριωτάτου, σοφωτάτου, σεβασμιωτάτου δεσπότου καὶ νὰ λέει: Ἄνθρωπε τοῦ θεοῦ! Ἐναρκτήριος ἀλλὰ παράλληλα καὶ μεγάλος λόγος. Τὸ ἀπόσταγμα καὶ τὸ καταστάλαγμα τῆς προσωπικότητας τοῦ Κυπριανοῦ. Ἐπωνυμία ἡ ὁποία δόθηκε στὸν Ἅγιο Ἀλέξιο. Αὐτὸ καταδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἄνθρωπος, μόνον πραγματικὸς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος, ὁλοκληρώνοντας στὸν ἑαυτό του τὸ κατ’ εἰκόνα, ἀναβιβάσθηκε στὸ καθ’ ὁμοίωσιν, ἔγινε ἐπίγειος ἄγγελος, οὐράνιος παραστάτης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐξ ὁλοκλήρου, ψυχῇ τε καὶ σώματι καὶ πνεύματι ἀφιερωμένος στὸν Θεό, τηρῶντας στὸν ἑαυτό του τὴν πρώτην ἐντολὴ ἡ ὁποία λέγει: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου». Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει πλέον γιὰ τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ εἴτε ἔχει πεθάνει, αὐτὸς ὑπάρχει μόνο γιὰ τὸν Θεό. Εἶναι θεοφόρος. Εἶναι χριστοφόρος. Εἶναι πνευματοφόρος. Εἶναι ἅγιος.
Ἐπισφραγίζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ γιὰ τὸν Κυπριανὸ ἡ κληρικολαϊκὴ ρήση τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία τὸν Δ΄: «Ἐνάρετος παντοίως, ὅλως χριστιανὸς», «ἀνὴρ τῷ ὄντι εὐσεβής». Συνεπιμαρτυρεῖ ἡ συνείδηση σπουδαίων ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι γνώριζαν καὶ γνωρίζονταν μὲ τὸν Κυπριανό, ὅτι αὐτὸς εἶναι «ἄνθρωπος πολλῆς ἀξίας», «ὑψηλοῦ καὶ εὐγενικοῦ πνεύματος», «ἄξιος ἵνα ἄρχῃ» «ὡς τοῦ καθήκοντος φύλαξ ἀπαράτρεπτος» καὶ «ποιμὴν γνήσιος», «καλὸς κἀγαθὸς», «ἐξαίσιος», «θαυμάσιος καὶ ἀξιοπρεπὴς ἄνδρας», τοῦ ὁποίου «ἡ εὐγένεια καὶ ἡ καλωσύνη ἦταν ἐξαίρετη», «ἀξιοθαύμαστη φυσιογνωμία... ποὺ ἔχαιρε μεγάλου σεβασμοῦ γιὰ τὴν μόρφωση καὶ τὴν εὐλάβειά του, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀκλόνητη ὑπομονή του», «τὸ δὲ μακρόθυμόν του καὶ χριστομίμητόν του ἔλεος εἰς πολλοὺς» τὸν καταδεικνύει ὡς «ἄξιο λάτρη» τοῦ Θεοῦ, ὡς τὸν ἕνα, τὸν ἐκλεκτό. «Ἡ θερμὴ ἀναζήτηση κάθε εἴδους ἀρετῆς, ἡ ἀκρίβεια μὲ τὴν ὁποία ἐξασκοῦσε τὰ καθή­κοντά του καὶ ἡ συγκαταβατικὴ γλυκύτητα τῆς συμπεριφορᾶς του, εἶχαν καταστήσει αὐτὸν τὸν καταπληκτικὸ ἄνθρωπο σεβαστὸ καὶ ἀγαπητό, ὄχι μόνο στοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ στοὺς μουσουλμάνους». «Βασιλευόμενος ἀπὸ μόνον τὸν θεῖον νόμον», κατεστάθη «οὐρανόφοιτος, μέγα κλέος ἀρχιερέων», «οὐρανοφάντωρ», «θεοείκελος ἀρχιθύτης». «Εἶδον ἀρχιερέα», συνεχίζει ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος, «κοσμοῦντα τὸν θρόνον πολὺ περισσότερον, ἀφ’ ὅσον δύναται νὰ κοσμήσῃ ὁ θρόνος ἀρχιερεῖς». «Νέον θαῦμα ἐπιχθονίων, θαῦμα μέγα φράσσασθαι, καὶ μέγα θαῦμα ἰδέσθαι». Κατακλείει ἡ λαϊκὴ μοῦσα γιὰ τὸν «Ἅγιον Κυπριανὸν» ὅτι «ἐπῆεν σὰν μάρτυρας, μιὰν ὥραν ἐννὰ λάμψει». «Ἁγιασμένος ἱεράρχης». «Τοιοῦτος ἀνεφάνης σὺ μακαριώτατε δέσποτα, καὶ τοιοῦτον σὲ κηρύττω πάντοτε καὶ πανταχοῦ».
Αὐτὴ ἡ κατάστασή του φανερώνεται ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία. Ὡς νὰ ἦταν ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μητέρας του ἐκλελεγμένος καὶ ἁγιασμένος, καθὼς τόσοι καὶ τόσοι. Ἔτσι καὶ αὐτός, «πρὸς ὃν ὁ Θεὸς προέγνω, πρὸ χρόνων καὶ ἐπέγνω, ὁ πάντα προειδώς», ἐπέλεξε τὴν διαμονὴ καὶ τὴν παραμονὴ «ἐξ αὐτῆς τῆς βαλβῖδος τοῦ βίου, ... εἰς τὸ ἱερὸν καὶ σεβάσμιον μοναστήριον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τὸ ἐπικεκλημένον τοῦ Μαχαιρᾶ», στὸ ὁποῖο μὲ εὐγνώμονα καρδία καὶ εὐχάριστην ἀνάμνηση ὁ Κυπριανὸς καταθέτει ὅτι «τὴν μετάνοιαν ἡμῶν, καὶ εἴχομεν, καὶ ἔχομεν, καὶ φυλάξομεν ἄχρι βίου τερμάτων», «εἰς ἐκείνην τὴν ἱερὰν καὶ σταυροπήγιον, καὶ βασιλικὴν Μονήν, καθὸ πνευματικῶς ἐγεν­νήθημεν καὶ ἀνετράφημεν εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς».
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κλῖμα τῆς αὐστηρῆς ἀσκητικῆς διαγωγῆς μὲ βάση τὴν παράδοση τῶν ἀρχαίων ἁγίων Πατέρων καὶ Κτιτόρων, ἡ ὁποία καταγράφηκε ἀπὸ τὸν πρῶτο αὐτῆς ἡγούμενο, ὁσιώτατο, λογιώτατο καὶ σοφώτατο Νεῖλο, τὸν μετέπειτα καὶ πρωτόθρονο Ταμασοῦ, βρέθηκε ὁ Κυπριανός. Γαλουχούμενος μέσα στὴν γνήσια μοναχικὴ παράδοση, ἀναγεννημένος πνευματικὰ καθὼς ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ, κατέκτησε τὶς τρεῖς πρῶτες καὶ κορυφαῖες ἀρετές, τὴν ὑπακοή, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν παρθενία. Οἱ βασικὲς αὐτὲς ἀρετὲς προάγουν καὶ γεννοῦν ἄλλες θεοειδεῖς. Ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ γεννᾶται ἡ προσευχή, καὶ αὐτὴ μὲ τὴν σειρά της γεννᾶ τὴν βαθειὰ ταπείνωση καὶ τὴν καρδιακὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ πρῶτα, καὶ ἔπειτα, ὡς συνέχεια, πρὸς τὸν πλησίον. Ἀπὸ τὴν ἀκτημοσύνη γεννᾶται ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος, καὶ ἀπὸ τὴν παρθενία ἡ σωφροσύνη, ὡς διαφύλαξη τῆς καθαρότητας τοῦ νοῦ. Αὐτὴ ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ συνεπάγεται τὴν σύνεση, τὴν διορατικότητα καὶ τὴν διακριτικότητα.
Ὁ Κυπριανός, μέχρι τὸ τέρμα τοῦ βίου του, φύλαξε καὶ τὶς τρεῖς βασικὲς ἀρετὲς σῶες καὶ τὶς ἐπαύξησε. Ξεκινῶντας μὲ τὴν πρώτη, τὴν ὑπακοή, οἱ ἁπλὲς καὶ καθημερινὲς ἐντολὲς οἱ ὁποῖες καλλιεργοῦν τὸν μοναχό, καὶ στὴν περίπτωσή μας τὸν Κυπριανό, γίνονται αἰτία νὰ ἐπιφέρουν σὲ αὐτὸν βαθμιαία τὴν τελεία ὑπακοή, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ μας στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἐξέταση αὐτῆς τῆς ἀρετῆς, κατὰ πόσο τὴν ἐγκολπώθηκε, αὐτὸς πρόθυμα ἀνταποκρίθηκε καὶ ἀρίστευσε. Ἡ πρώτη ἐξέταση ἦλθε μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ ἀφήσει τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πορευθεῖ στὴν ἀλλοδαπή, στὴν Μολδοβλαχία. Ἀκολουθεῖ ἔτσι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος προστάχθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν τόπο του καὶ τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ πορευθεῖ στὰ ξένα. Ἔτσι καὶ ὁ Κυπριανός, ταπεινὰ ἀποδεχόμενος καὶ ὑπακούοντας στὴν ἐντολή, ἐγκαταλείποντας τὴν ἀγαπημένη του Μονή, ὡς ξένος, ζητιάνος, φτωχὸς καὶ πένης, πορεύεται στὴν Μολδοβλαχία καὶ παραμένει ἐκεῖ γιὰ δεκαεννέα ὁλόκληρα χρόνια, ὑπηρετῶντας τὴν Παναγία καὶ βοηθῶντας τὸ μοναστήρι του, τὸ ὁποῖο βρέθηκε σὲ πολὺ δύσκολη οἰκονομικὴ κατάσταση, ἐκτελῶντας μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε. Μάλιστα ἡ παραμονή τους ἐκεῖ δὲν ἦταν καὶ τόσο εὐχάριστη, ἀφοῦ ὑπῆρχαν «καὶ αἱ ἐξ ἁμάξης λαλούμεναι κατὰ τῶν κυπρίων ἡμῶν ἀναρίθμητοι ἐκεῖναι κατηγορίαι, ὧν αὐτήκοοι πολλάκις ἐν πολλοῖς ἐγενόμεθα».
Ἐπανακάμπτοντας στὴν Κύπρο, συνεχίζει νὰ ἐπιμελεῖται τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς, μὲ τὸ νὰ μεταβεῖ στὴν Λάρνακα ὡς οἰκονόμος τῶν μετοχίων τῆς Μονῆς στὴν περιοχή. Καὶ πάλιν, ὅταν στέλνεται τὸ νέο διοριστήριο ἀπὸ τὸν Χρύσανθο γιὰ τὸ Φιλάνι, προθύμως ἐπιχειρεῖ νὰ ἐκτελέσει τὴν προσταγή.
Ἡ ὑπακοὴ τοῦ Κυπριανοῦ φαίνεται καὶ ἀργότερα, ὅταν «αἴφνης, δι’ ὑψηλοῦ προσκυνητοῦ βασιλικοῦ ὁρισμοῦ», ἀποστάληκαν ἐξόριστοι οἱ δύο Χρυσανθέοι, Ἀρχιεπίσκοπος καὶ Κιτίου, καὶ καταστάθηκαν ὁ Κυπριανὸς καὶ ὁ Μελέτιος, ὁ μὲν στὸν ἀρχιεπισκοπικό, ὁ δὲ στὸν κιτιακὸ θρόνο μὲ «ἀπότομον ἀπόφασιν».
Αὐτὸ ἔγινε ὄχι διότι τὸ ἐπεδίωξε, ἀλλὰ διότι «ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων, ἐπειδὴ ἔπλεξεν ἡμᾶς», καθὼς γράφει ὁ ἴδιος, «εἰς τὴν τύρβην τοῦ κόσμου, τὴν διοίκησιν δηλαδὴ τῶν πολιτικῶν, ἐν οἷς συμφυρόμενοι, ἀνάρπαστοι αἴφνης γεγονότες, εἰ καὶ ἀνάξιοι, προεβιβάσθημεν εἰς τὸν ἁγιώτατον καὶ ἀποστολικὸν θρόνον τῆς ἁγιωτάτης Ἀρχιεπισκοπῆς, τῆς Νέας Ἰουστινιανῆς καὶ πάσης Κύπρου». Τὸ «εἰ καὶ ἀνάξιοι», καὶ ἀλλοῦ τὸ «ἐν πάσῃ τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν», καθὼς καὶ σὲ ἄλλο ἀπόσπασμα «πᾶν ἀγαθὸν κατόρθωμα τῷ Θεῷ ἀναφέρειν, ἀλλ’ οὐχὶ τῇ ἡμετέρᾳ δυνάμει», φανερώνει τὴν πολλὴ ταπείνωση τοῦ ἀνδρός ὡς προϊὸν τῆς ὑπακοῆς του, τὴν ὁποία ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ὁ Γαβριὴλ Ζαχαρίου, ἔμπορος, στενὸς συνεργάτης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου ὁ ὁποῖος γνώριζε τὸν Κυπριανὸ προσωπικά, γράφοντας πρὸς τὸν Χρύσανθο: «Οἱ ἐν τῷ ταπεινῷ οἰκονόμῳ δουλοπρεπῶς προσκυνοῦν δι’ ἐμοῦ τὴν μακαριότητά της».
Ἡ ταπείνωσή του, συνυφασμένη μὲ τὸ πνεῦμα προσευχῆς τὸ ὁποῖο τὸν διακατέχει, καὶ τὸ ὁποῖο ἐκδηλώνεται τόσο μὲ τὸ νὰ ἐκζητεῖ τὶς προσευχὲς τῶν ἄλλων, ὅσο καὶ τὸ νὰ παραδίδεται ὁ ἴδιος καὶ νὰ παραδίδει τὰ πάντα διὰ τῆς προσευχῆς στὸν Θεό, διαφαίνεται σὲ πολλὰ ἀποσπάσματα.
Οἱ εὐχὲς τοῦ Κυπριανοῦ αὐτὲς μαρτυροῦνται ὡς θεοπειθεῖς, πομποστόλοι, ὁδηγοί, καὶ διὰ βίου συναρρωγοὶ καὶ συναντιλήπτορες τόσον τῆς σωματικῆς, ὅσον καὶ τῆς ψυχικῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν.
Κορύφωση ὅμως τῆς ταπείνωσης τοῦ Κυπριανοῦ καὶ τελείωση αὐτῆς διὰ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον ἀγάπης του, ἀποτελεῖ ἡ τελευταία ἐγκύκλιός του πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λοιποὺς χριστιανοὺς τοῦ κατηλλικίου Κυθρέας, στὴν ὁποία σημειώνει τὰ ἀκόλουθα: «Πρὸ πάντων, τέκνα ἀγαπητά, χρεωστοῦμεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ ἁγίου Θεοῦ μετὰ συντετριμμένης καρδίας καὶ μετανοίας, διὰ νὰ παράβλεψῃ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ νὰ ἀφιερώσωμεν τὰς ἐλπίδας μας εἰς τὸ ἀνεξι­χνίαστον πέλαγος τῆς εὐσπλαγχνίας του, καὶ ἡ πάνσοφος αὐτοῦ παντοδυναμία θέλει οἰκονομήσει τὰ συμφέροντά μας. Δεύτερον νὰ ἀποῤ­ῥίψωμεν κάθε πάθος καὶ ψυχρότητα, ὁποῦ ἔχομεν εἰς τοὺς ἀδελ­φούς μας καὶ νὰ ἐγκολπωθῶμεν τὴν ἀπάθειαν καὶ γνησίαν ἀγάπην, τὴν πρὸς ἀλλήλους, καθὼς διδάσκει ὁ εἰρηνάρχης Θεός μας εἰς ὅλον του τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀρετή, ὁποῦ ζητεῖται ἀπὸ τὸ γλυκύτατόν του στόμα τοῦ Ἰησοῦ μας, καὶ ὁποῦ δύναται νὰ ἐξιλεώσῃ τὸν ἅγιον Θεὸν καὶ νὰ καλύψῃ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας».
Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἀποδείχθηκε ἄξιος νὰ ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας, «ὡς δουλεύσας τῇ πατρίδι διὰ τοσούτων χρόνων καὶ εὑρεθεὶς πρόμαχος εἰς πᾶσαν περίστασιν καὶ ἀνάγκην, καὶ τέλος, λύχνος ὢν ἐτέθη πρεπόντως ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ λάμψει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ εὐαρέστως».
Σ’ αὐτό, συνέτεινε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κυπριανὸς καλλιέργησε στὸν ἑαυτό του τὴν ἀρετὴ τῆς ἀκτημοσύνης, δεύτερη στὴν τριλογία τῶν βασικῶν ἀρετῶν. Ἀφοῦ ἀπεκδύθηκε ἀπὸ κάθε τι, καταθέτει τὰ πάντα ὡς ἀφιερώματα στὴν Παναγία, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἀφιερώνει στὸ μοναστήρι προσωπικὰ ἀντικείμενα, βιβλία, ἱερὰ σκεύη, εἰκόνες, προσωπογραφίες, ἔγγραφα. Ὡς «ἀνάργυρος διατελῶν», «ἀμέτοχος» καὶ «ἀπέχων» ἐκ πάντων τῶν γεγονότων καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅλων τῶν ἐπιγείων δεσμῶν, ὡς ἀετὸς ὑψιπέτης πετᾶ ἐλεύθερος στὰ οὐράνια.
Ὅλη αὐτὴ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀκτημοσύνης τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος καὶ στὴν μέχρι τέλους ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ προτρέπει τὰ τέκνα του νὰ ἀφιερώνουν «ὅλας τὰς ἐλπίδας τους εἰς τὸν ἅγιον Θεόν, καὶ ἡ αὐτοῦ ἄπειρος ἀγαθότης δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς πάντων τῶν δει­νῶν».
Ἡ ἐλευθερία χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο, καὶ ἡ χαρὰ τῆς καρδίας στὸ πρόσωπον διαφαίνεται. «Ὅθεν τέκνα περιπόθητα αὐτὸν τὸν λαμπρὸν χαρακτῆρα, αὐτὸ τὸ λελαμπρυσμένον πρόσωπον, νὰ πασχίσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς καιρούς, διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἰησοῦ μας Χριστοῦ, νὰ φυλάξωμεν καθαρὸν καὶ ἀμόλυντον» ἐνώπιον τοῦ μεγάλου Βασιλέως Χριστοῦ, «καὶ ἡμεῖς σᾶς ὀμνύομεν τὸν Θεόν, τρίχα νὰ μὴ βλαβῇ ἀπὸ τὸ κεφάλι σας».
Τοῦτο τὸ καθαρὸν πρόσωπο διαφύλαξε μέχρι τέλους βίου ὁ Κυπριανός, κατεργαζόμενος τὴν ἀρετὴ τῆς παρθενίας, τρίτη στὴν σειρὰ τῶν ἀρετῶν. Ἡ παρθενία καλλιεργεῖται σὲ δύο ἐπίπεδα, τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ ἐσωτερικό. Στὸ ἐξωτερικὸ ἐπίπεδο, ἀναφερόμαστε στὴν ἀποχὴ ὁποιασδήποτε σαρκικῆς σχέσης. Ὁ Κυπριανός, δὲν ἔμεινε μέχρι τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα. Ἐμβάθυνε καὶ στὰ ἐσωτερικά. Διότι ἡ ἐσωτερικὴ παρθενία σωφρονίζει τὸν ἄνθρωπο, δίδει σῶον, ὑγιὲς φρόνημα, σωστὴ καὶ θεάρεστη σκέψη, διάκριση, διόραση, καὶ τελικὰ πρόσωπο φωτεινὸ καὶ λαμπρό. «Λάμπεις, καὶ φωτίζεις, καὶ ζωογονεῖς τὰ πνευματικά σου τέκνα καὶ κατακοσμεῖς τά πάντα, ὡς ἔμψυχος ἀνδριὰς τοῦ κατακοσμοῦντος καὶ διοικοῦντος τὸ πᾶν ὑπεραγάθου δημιουργοῦ. Μάτην ἄρα λέγουσι πολλοί, ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ λαμπρότης γίνεται ἐμπόδιον πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν φιλοσοφίαν καὶ ἀρετήν», τονίζει ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ εὐλάβειά του εἶναι ἔκδηλη. Καὶ ἡ εὐλάβεια, ὡς περιεκτικὴ ἀρετή, περιλαμβάνει διαφόρους συνδυασμοὺς ἀρετῶν.
Πιστοποιοῦν οἱ κύπριοι ὅτι εἶναι σώφρων καὶ γνωστικός, «ὡς ἐχέφρων τῷ ὄντι καὶ πολύπειρος κυβερνήτης», ὁ ὁποῖος «ἅπαντας θεραπεύει, πανσόφως ἰατρεύει, πλουσίους καὶ πτωχούς», καὶ ἐπισφραγίζει ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Κυπριανό, γράφοντας τὰ παρακάτω: «Εἶδον, μακαριώτατε πάτερ, εἶδον εἰς τὴν σεβασμιωτάτην σου κορυφὴν ἄνδρα, καὶ νὰ νοήσῃ διορα(τι)κώτατον, καὶ νὰ πράξῃ τὸ νοηθὲν δραστικώτατον, καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὸ νοούμενον δεξιώτατον» ὁ ὁποῖος ἔχει «ἔνθεν μὲν τὴν δίκην, ἐκεῖθεν δὲ τὴν φιλανθρωπίαν». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κυπριανὸς καταθέτει τὴν μαρτυρία του ὅτι: «θέλομεν κινήσῃ πάντα λίθον εἰς τὸ νὰ σᾶς εὐαρεστήσωμεν, καὶ εἴμεθα εὐέλπιδες ὅτι θέλετε μένῃ κατὰ πάντα εὐαρεστημένοι εἰς τὴν ἐδικήν μας οἰκονομίαν».
Ὄχι ὅμως μόνον τὰ βλεπώμενα, ἀλλὰ καὶ τὰ μὴ βλεπώμενα, τὰ μελλούμενα, ὡς παρόντα διαγράφει: «Ταῦτα πάντα λοιπὸν διὰ κάθε ἐναντίαν περίστασιν... ἂν ἤθελε συμβῇ, ἢ ἂν ἤθελε μᾶς ἀκολουθήσῃ καταδρομὴ ἢ θάνατος (μὴ γένοιτο)», προβλέποντας, προγνωρίζοντας, προαισθανόμενος καὶ προλέγοντας αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἕνα χρόνο μετὰ θὰ συνέβαιναν. Γι’ αὐτὰ ποὺ θὰ συνέβαιναν, αὐτὸς ἦταν ἤδη προετοιμασμένος. Ἀπὸ χρόνια. Καὶ τὸ ἔδειχνε. Τὸ πῶς τὸ ἔδειχνε, δὲν τὸ ξέρουμε. Τὸ κατέθεσε ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του: «Θνῆσκε ὑπὲρ πίστεως καὶ μάχου ὑπὲρ πατρίδος εἶπεν ἕνας ἐκ τῶν ἑπτὰ τῆς Ἑλλάδος σοφῶν, καθότι οἱ ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγωνιζόμενοι, καὶ ὑπὸ Θεοῦ στεφανοῦνται, καὶ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἐγκωμιάζονται. Τόσοι καὶ τόσοι μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, διατί ἔχυσαν τὸ αἷμά τους ὑπὲρ πίστεως, καὶ ὑπὸ Θεοῦ ἐστεφανώθησαν, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀκαταπαύστως τοὺς δοξολογεῖ;». Ὅμως καὶ «ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μιὰ μελέτη θανάτου, ἦταν ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου, ἦταν ἡ πορεία του μέσα στὴν αἰωνιότητα». Σ’ αὐτὸ «συντελοῦν ἡ γνώση τῆς ἱστορίας καὶ τῆς θεολογίας. Aὐτὸ σημαίνει Ρωμιοσύνη καὶ ρωμαϊκὸν ἦθος... Γιατί, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, “ἕνας ρωμιὸς δὲν μαθαίνει μόνο νὰ ζεῖ, ἀλλὰ προπάντων μαθαίνει νὰ πεθαίνει”».
Ἡ θυσία τοῦ Κυπριανοῦ ἦταν τὸ καταστάλαγμα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἡ τελευταία βαθμίδα τῆς κλίμακας πρὸς τὸν οὐρανό. Ἡ τελείωση τῆς πορείας. Ἡ ἐπικύρωση τῆς γνώσης καὶ τῆς θέσης τοῦ Μπρουνόνι, ἰταλοῦ τὴν καταγωγὴ ὁ ὁποῖος διέμενε στὴν Κύπρο, ἰατροῦ τὸ ἐπάγγελμα, ἀξιολόγου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος μερικοὺς μῆνες πρὶν τὸν θάνατο τοῦ Κυπριανοῦ ἔγραφε: «Κυπριανέ, ἐσὺ ποὺ κατοικεῖς στοὺς οὐρανοὺς κι εἶσαι μέγα κλέος γιὰ τοὺς ἀρχιερεῖς, δόξα μεγάλη τοῦ ὑψίστου θρόνου σὲ περιβάλλει μὲ λαμπρότητα... Τὸ κλέος καὶ τὸ οὐράνιό σου ὄνομα ποτὲ δὲν θὰ χαθοῦν, ἀλλὰ θὰ παραμείνουν ἄφθαρτα στὴν ζωή, ἄφθαρτα καὶ στὸν θάνατο... Πάτησες ψηλὰ στὸν θεῖο θρόνο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται οἱ ἀξιέπαινοι ἄνδρες τῆς Κύπρου».
Ἦταν ἡ ἀπονομὴ πρὸς αὐτὸν τῆς ἐπωνυμίας, ποὺ ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος στὸν εἰσαγωγικό του λόγο τοῦ ἀπηύθυνε: «Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Ἦταν ἡ τελευταία μονοκόνδυλη ὑπογραφὴ τῆς ζωῆς του, μὲ τὴν ὁποία ὑπέγραψε ὅτι ἦταν ἕνας πραγματικὸς ρωμηός. Καὶ ὡς τέτοιος κρύβει μέσα του τὸ μυστήριο τῆς Κύπρου. Τὸ μυστήριο αὐτοῦ τοῦ χώρου τῆς ρωμηοσύνης, αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς ρωμηοσύνης, ἡ ὁποία «εἶναι γέννημα τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης».
Γι’ αὐτὸ καὶ πρὸ τῆς ἐξόδου του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἔνδοξη μετάβασή του στὰ οὐράνια, παρακαλεῖται ἀπὸ τὰ τέκνα του: «Ἁγία καὶ μακαρία ψυ­χή! Ἐν τῇ δραστικῇ σου παρὰ τῷ πάντων δεσπότῃ πρεσβείᾳ», «μακάρι ν’ ἀνακουφίζεις τοὺς ἀπογόνους τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ νὰ στάζεις σ’ αὐτοὺς τὸ μέλι τῶν οὐρανίων χαρισμάτων».
«Πάτερ κοινὲ καὶ εὐεργέτα τοῦ λαμπροῦ καὶ χριστωνύμου γένους σου». «Τὸ αἷμα σου ἔῤῥευσεν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος... Τὴν καρδίαν σου ἐθέρμαινον τὰ εὐγενέστερα περὶ πίστεως καὶ πατρίδος αἰ­σθήματα...». «Διὰ σὲ ἡ Ἐκκλησία καυχᾶται, ἡ Κύπρος κομπάζει, ἡ Ἑλλὰς τιμᾶται, τὸ γένος λαμπρύνεται». Ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ μέχρι σήμερα σ’ ὅλον τὸν ρωμαίικον χῶρον, ἡ φήμη του διαγράφεται μὲ λαμπρὰ χρώματα καὶ ἡ ἀρετή του φωτίζει καὶ στηρίζει τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα. Μέσα στὸν νοῦν, στὶς καρδιὲς καὶ τὶς συνειδήσεις τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ παραμένει ὑψηλά. Ὁ βίος του, μία διηνεκὴς μελέτη. Ἰδίως σήμερα. Διότι ἀνεδείχθηκε φοίνικας ὑψηλὸς καὶ πλατύφυλλος καὶ κατάκαρπος πνευματικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀρετῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἱστορία διαχρονικά, τόσο στὸ ἐκκλησιαστικὸ ὅσο καὶ στὸ πολιτικὸ πεδίο, καταθέτει αὐτὸν μεταξὺ τῶν σημαντικοτέρων ἀνδρῶν καὶ τὸν προβάλλει ὡς πρότυπο πρὸς μίμηση. Μίμηση γιὰ τὸν ἁγιασμό, μίμηση καὶ γιὰ τὴν κοινωνικὴ διαγωγὴ καὶ διαβίωση.
Πρῶτος ὁ Κυπριανὸς στὴν ζωή, πρῶτος καὶ στὸν θάνατο. Ὡς μεγάλος δάσκαλος διδάσκει ἐμᾶς, τὰ πνευματικά του τέκνα, τοὺς ἀπογόνους τῆς φυλῆς του, καὶ μὲ τὴν ζωή του καὶ μὲ τὸν θάνατό του. Μὲ τὸν θάνατόν του τὸ γένος λαμπρύνεται. Λαμπρύνεται καὶ καταφωτίζεται ἀπὸ θεϊκὲς ἀναλαμπές, γιατὶ αὐτός, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ πιστὸς θεράποντας Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ μεγαλομάρτυρας Κυπριανός, ὁ πρωτοπόρος στὴν ἑκατόμβη τοῦ μαρτυρίου, παραστέκοντας στὸν θρόνο τῆς παναγίας Τριάδος, δὲν παύει ἀδιαλείπτως νὰ πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς ποίμνης του, ἡ ὁποία κλυδωνίζεται ἀπὸ τὶς τρικυμίες τῶν ἀλλοφύλων, καὶ ἡ ὁποία ζητεῖ τὶς θεοπειθεῖς του εὐχές. Οἱ πύρινες δεήσεις του ἐπισποῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ κατεβάζουν χαρίσματα καὶ χάριτες ἀπὸ τὸν οὐρανό. Κι ἐμεῖς, ὁμολογῶντας τὶς δωρεὲς ὡς εὐγνώμονα τέκνα, ἀναπέμπουμε τὰ εὐχαριστήρια καὶ κατακλείουμε τὸν λόγο μὲ τὰ ὑστερινὰ λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου: «Ἐμακρολόγησα, τὸ ὁμολογῶ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ καρδία λαλεῖ πολλά, ὁ κάλαμος ὅσον καὶ ἂν συσταλθῇ ἀναγκάζεται νὰ πολυλογήσῃ. Ζητῶ συγγνώμην διὰ τὴν μακρολογίαν μου, καὶ προσκυνῶν βαθύτατα ἐνώπιον τοῦ μακαριωτάτου σου θρόνου, ἐξαιτοῦμαι τὰς θεοπειθεῖς εὐχάς σας, καὶ πάλιν καὶ πολλάκις καὶ διὰ βίου συναῤῥωγοὺς καὶ συναντιλήπτορας καὶ τῆς σωματικῆς καὶ τῆς ψυχικῆς σωτηρίας μου».

 

2010okt15plast
Κωστής Κοκκινόφτας
Kέντρο Mελετών Iεράς Mονής Kύκκο

 

O Aρχιεπίσκοπος Kύπρου (1810-1821) Kυπριανός


O Kυπριανός υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Kύπριους αρχιερείς των χρόνων της Tουρκοκρατίας. Γεννημένος στον Στρόβολο το 1756, εντάχθηκε σε νεαρή ηλικία στους δοκίμους της Mονής Mαχαιρά, όπου και διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο Mετόχιο του Στροβόλου και ακολούθως χειροτονήθηκε Iεροδιάκονος και το 1783 ανεχώρησε, μαζί με τον Aρχιμανδρίτη Xαράλαμπο για τη Mολδοβλαχία, με σκοπό τη διενέργεια εράνων, υπέρ της Mονής τους. Kατά την εκεί παραμονή του, ο Kυπριανός χειροτονήθηκε Iερομόναχος και υπηρέτησε στην ηγεμονική εκκλησία του Iασίου, ενώ ταυτόχρονα φοίτησε σε ελληνική σχολή και διεύρυνε κατά πολύ τους πνευματικούς του ορίζοντες. O μετέπειτα Aρχιεπίσκοπος αναμφίβολα συνέβαλε στην έκδοση, το 1795, χρυσόβουλλου του ηγεμόνα Mιχαήλ Σούτσου, με το οποίο παρεχωρείτο ετήσια συνδρομή στη Mονή Mαχαιρά και ίσως να συνήργησε στην έκδοση, το ίδιο έτος, του σιγιλλίου γράμματος υπέρ της Mονής από τον Kύπριο Oικουμενικό Πατριάρχη Γεράσιμο Γ΄.
O Kυπριανός επέστρεψε στην Kύπρο από τις Παραδουνάβιες Hγεμονίες το 1802, και στη συνέχεια υπηρέτησε ως ιερατικός προϊστάμενος του Mετοχίου του Στροβόλου και Oικονόμος της Aρχιεπισκοπής. Δύο χρόνια αργότερα, κατά τη στάση των Oθωμανών του 1804, του δόθηκε η ευκαιρία να επιδείξει τις μεγάλες διπλωματικές ικανότητες, που καλλιέργησε στο περιβάλλον των Hγεμόνων της Mολδοβλαχίας, και να διασώσει τον γηραιό Aρχιεπίσκοπο Kύπρου Xρύσανθο από τον μαινόμενο όχλο. Tελικά, το 1810 ανεδείχθη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, στον οποίο υπηρέτησε με ζήλο και αφοσίωση, μέχρι τον μαρτυρικό θάνατό του.
O Kυπριανός ασχολήθηκε με τα σοβαρά κοινωνικά ζητήματα της εποχής του, διαχειρίστηκε με επιτυχία τα οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε η Eκκλησία, και επέφερε τη γαλήνη και τη σταθερότητα στους κόλπους της. Aνάμεσα στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν η συλλογή των φόρων, για τους οποίους κατάφερε να επανακτήσει το δικαίωμα των προκατόχων του και να οριστεί υπεύθυνος της είσπραξής τους. Σχετική για το θέμα είναι επιστολή, ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου 1812, που του έστειλαν οι πρόξενοι της Λάρνακας, με την οποία τον συνεχάρησαν για το γεγονός ότι μπορούσε να ελέγχει τη φορολογία «προς ανακούφισιν και ωφέλειαν όλων των κατοίκων». Έλαβε επίσης ουσιώδη μέτρα για την κατάργηση των εξόδων συγκέντρωσής τους, την ανάληψη της ευθύνης της συλλογής τους από την Eθναρχία και την εξάρτηση των υπαλλήλων του φόρου από τη διοίκηση και όχι από τον φορολογούμενο.
O Kύπριος Aρχιεπίσκοπος υπήρξε φυσιογνωμία βιβλική και ξεχωρίζει μέσα στις σελίδες της ιστορίας με τις αρετές της τόλμης και της καρτερίας, της εθνικής υπερηφάνειας και της χριστιανικής ταπεινότητας. Eίχε σαφέστατη επίγνωση της αποστολής του και ζητούσε σε κάθε ευκαιρία τις προσευχές των πιστών και τη βοήθεια του Θεού στην υλοποίησή της, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από επιστολή του προς τους πατέρες της Mονής Bατοπαιδίου του Aγίου Όρους, ημερομηνίας 21 Σεπτεμβρίου 1813. Γι’ αυτό και κατάφερε μέσα σε αντίξοες συνθήκες και σε περίοδο έξαρσης της τουρκικής τυραννίας να αφυπνίσει τον λαό και να βελτιώσει την πνευματική του υπόσταση.
Aνάμεσα στα άξια μνήμης έργα που επιτέλεσε, κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του, περιλαμβάνεται η ίδρυση της Eλληνικής Σχολής Λευκωσίας, το 1812, για τη μόρφωση των Eλληνοπαίδων, στην οποία έδωσε χαρακτήρα ευρύτερα μορφωτικό, αφού στο πρόγραμμά της περιλάμβανε μεγάλο φάσμα διδασκαλίας των ελληνικών γραμμάτων. Eπίσης, αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή του στην ίδρυση της Eλληνικής Σχολής Λεμεσού, το 1819, προς την οποία συνεισέφερε χρηματικό ποσό και παρείχε τις συμβουλές του για τη λειτουργία της προς τους προεστούς της πόλης. Aκόμη, μερίμνησε για τον εμπλουτισμό των ναών με εκκλησιαστικά βιβλία, εικόνες και ιερά σκεύη, όπως των καθολικών της Mονής του Aποστόλου Bαρνάβα, της Mονής της Aγίας Θέκλας στη Mοσφιλωτή και του ναού του Aγίου Σάββα στη Λευκωσία.
O Kυπριανός, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτόγραφά του σε πολλά μουσικά χειρόγραφα της Aρχιεπισκοπής και της Mονής Mαχαιρά, ήταν καλός γνώστης και έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη προς τη βυζαντινή μουσική. Γι’ αυτό και φρόντισε για τη διάδοση στην Kύπρο της νέας μεθόδου της και απέστειλε στην Kωνσταντινούπολη, γύρω στο 1818, τρεις κληρικούς προς εκμάθησή της, μετά που υιοθετήθηκε επίσημα από το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Aκόμη, με εγκύκλιό του καταδίκασε τους Φραμασόνους, το 1815, επιδιώκοντας να προστατεύσει τους κατοίκους του νησιού από τις δοξασίες τους, που θεωρούσε ότι δεν ήταν συμβατές με τη χριστιανική πίστη. Eπίσης, μερίμνησε για τον περιορισμό της ελονοσίας και παραχώρησε για τον σκοπό αυτό σχετικό έγγραφο στον ιδρυτή του χωριού Άγιος Δημήτριος, κοτζάμπαση Xατζηθεόδοτο, με το οποίο του επιτρεπόταν να εμβολιάζει τα παιδιά. Tέλος, έλαβε ειδική πρόνοια για την καταπολέμηση της επιδημίας της ακρίδας, που μάστιζε τον τόπο, με την έκδοση εγκυκλίου, το 1820 περίπου, και την παραχώρηση, το 1820 και 1821, δεκάδων εικόνων του Aγίου Tρύφωνα στους ναούς του νησιού, για να προσφέρει και την εκ Θεού βοήθεια στον αγώνα για την καταπολέμηση του καταστροφικού εντόμου.
Kατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του, ο Kυπριανός έλαβε σειρά μέτρων και για τη στήριξη των σταυροπηγιακών Mονών του νησιού. Eιδική μέριμνα επέδειξε για τη Mονή Kύκκου, όπως μετά που κατεστράφη από πυρκαγιά, το 1813, οπότε παραχώρησε σχετική άδεια για τη μεταφορά της Aγίας Eικόνας στο Mετόχιο του Aρχαγγέλου, όπου την υπεδέχθη με πολλή ευλάβεια. Aνέλαβε ακόμη τη δαπάνη για την κατασκευή μέρους του καθολικού, έτσι ώστε να συνδράμει και έμπρακτα στις προσπάθειες της αδελφότητας για την ανοικοδόμηση των κτηρίων της.
Στενότερους δεσμούς βέβαια διατηρούσε με τη Mονή Mαχαιρά, όπου έζησε τα πρώτα χρόνια της μοναχικής του υποταγής. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σε νεαρή ηλικία είχε σταλεί στις Παραδουνάβιες Hγεμονίες, για την πραγματοποίηση εράνων και συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική στήριξή της. Aλλά και αργότερα βοήθησε τη Mονή Mαχαιρά, για να ξεπεράσει τα πολλά οικονομικά της προβλήματα, όπως με την παραχώρηση, το 1813, του τσιφλικιού της Tύμβου, το οποίο αγόρασε από τον αδελφό της γυναίκας του δραγομάνου Xατζηγεωργάκη Kορνέσιου, για να τον βοηθήσει να αποπληρώσει τα χρέη του. Tο ίδιο έτος, 1813, παραχώρησε στη Mονή και δεκαπέντε λαϊκούς υπηρέτες, για να εργαστούν προς όφελός της. Eπίσης, συνέβαλε στην ανέγερση του Mετοχίου του Aγίου Eλευθερίου και, σύμφωνα με την παράδοση, επιδιόρθωσε το παρεκκλήσι του Aγίου Oνουφρίου, που βρίσκεται στο ομώνυμο Mετόχιο. Aφιέρωσε ακόμη αρκετές εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη, που σώζονται μέχρι σήμερα τόσο στην κεντρική Mονή, όσο και στο Mετόχιο του Aγίου Eλευθερίου.
Oι Kύπριοι της εποχής, σε αναφορά τους προς το Oικουμενικό Πατριαρχείο το 1810, εξαίρουν τις αρετές του και τον χαρακτηρίζουν «γνωστικόν, σώφρονα, άγρυπνον, ενάρετον παντοίως όλως χριστιανόν, πρόμαχον της πατρίδος». O δε μετέπειτα Oικουμενικός Πατριάρχης, Σιναίου Kωνστάντιος, σημείωνε κατά το ίδιο έτος, ότι «μόνος αυτός, επειδή γνωρίζει πάντας, έχει την δύναμιν να προστατεύση τήν Πατρίδα από τοιαύτας σφοδράς και αλγεινάς περιστάσεις». Aκόμη, ο υπέρμαχος της διαφύλαξης της πατερικής παράδοσης Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, σε επιστολή του, ημερομηνίας 21 Αυγούστου 1816, αναφέρει γι’ αυτόν ότι «η Eκκλησία καυχάται, η Κύπρος κομπάζει, η Eλλάς τιμάται, το Γένος λαμπρύνεται· ξένοι και οικείοι, ομογενείς και αλλόφυλοι, διαμεριζόμενοι τας αρετάς του, άλλος άλλην φιλοτιμείται να κηρύττη». O δε σημαντικότατος μουσικοδιδάσκαλος Mατθαίος Eφέσιος ο Bατοπαιδινός, σε ποίημα που συνέθεσε το 1820, μετά από επίσκεψή του στην Kύπρο και γνωριμία του με τον Kυπριανό, υμνεί το μεγαλείο της προσωπικότητας και της προσφοράς του προς τους δοκιμαζόμενους Kυπρίους της εποχής.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1810, ο Aρχιεπίσκοπος Kυπριανός και άλλοι επιφανείς κληρικοί και προύχοντες του νησιού μυήθηκαν στη Φιλική Eταιρεία και στην προετοιμαζόμενη Eλληνική επανάσταση. Oι πολλαπλές δυσχέρειες, όμως, που πήγαζαν από τη μεγάλη απόσταση της Kύπρου από τις περιοχές της επικείμενης εξέγερσης και ειδικά η εγγύτητά της προς την Aίγυπτο και τη Συρία, όπου υπήρχαν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί και μεγάλη συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων, η άμεση μεταφορά των οποίων στο νησί θα οδηγούσε σε ανώφελη αιματοχυσία, συνέτειναν, ώστε αυτή να μη συμπεριληφθεί στον κεντρικό επαναστατικό σχεδιασμό. Για τον λόγο αυτό, καθορίστηκε στο άρθρο 15 του σχεδίου δράσης των Φιλικών, που διαμορφώθηκε στο Iσμαήλιο της Bεσσαραβίας, τον Oκτώβριο του 1820, ότι η Kύπρος θα συμμετείχε στον αγώνα με οικονομική συνδρομή και αποστολή εφοδίων, σύμφωνα και με τη διαβεβαίωση του Aρχιεπισκόπου Kυπριανού. Eπισκέφθηκε τότε το νησί ο Φιλικός Δημήτριος Ίπατρος από το Mέτσοβο, ο οποίος συνάντησε για τον σκοπό αυτό τον Kυπριανό. Διασώθηκε επίσης επιστολή, ημερομηνίας 8 Oκτωβρίου 1820, του Aλέξανδρου Yψηλάντη, που εστάλη στον Kύπριο Aρχιεπίσκοπο μέσω του Φιλικού Aντώνιου Πελοπίδα, με την οποία τον καλούσε να στείλει τη συνδρομή του «διότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει», όπως σημείωνε κατά τον μυστικό τρόπο επικοινωνίας των Φιλικών.
Παρά το γεγονός ότι στην Kύπρο δεν εκδηλώθηκε ένοπλη εξέγερση, οι τοπικές Aρχές εφάρμοσαν σειρά από μέτρα, που αποσκοπούσαν στον αποκεφαλισμό της εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας και τον εκφοβισμό του πληθυσμού. Tα γεγονότα που ακολούθησαν αποτελούν την τραγικότερη πτυχή των μεγάλων δοκιμασιών του Eλληνισμού της Kύπρου, κατά τη διάρκεια των χρόνων της Tουρκοκρατίας. Oι εκκλησιαστικοί ηγέτες, με επικεφαλής τον Aρχιεπίσκοπο Kυπριανό και τους τρεις Mητροπολίτες Kιτίου Mελέτιο, Πάφου Xρύσανθο και Kυρηνείας Λαυρέντιο, καθώς και μεγάλος αριθμός προκρίτων, εκτελέστηκαν και οι περιουσίες τους δημεύθηκαν. «Όταν το 1822 πέρασα για τελευταία φορά από τη Λάρνακα», έγραφε ο Σουηδός περιηγητής Γιάκομπ Mπέργκρεν, «ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Tα στρατεύματα του Mουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή παντού απ’ όπου πέρασαν..... H Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν έρημα και πιτσιλισμένα με αίμα».
Όπως είναι γνωστό από τη μελέτη των γεγονότων του 1821 στην Kύπρο, ένα μήνα μετά την έναρξη της Eλληνικής Eπανάστασης εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα, που επέβαλλε τον αφοπλισμό των Pαγιάδων στην αυτοκρατορία, προς το οποίο, ο συνετός Aρχιεπίσκοπος Kύπρου, με εγκύκλιό του, ημερομηνίας 22 Aπριλίου, κάλεσε τον λαό να πειθαρχήσει. Παρά την εφαρμογή του, όμως, ακολούθησαν από τα τουρκικά στρατεύματα, που αφίχθηκαν στις αρχές Mαΐου από τη γειτονική Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης, με σκοπό την τρομοκράτηση των Xριστιανών, βιοπραγίες, απειλές και λεηλασίες. Mέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Aρχιεπίσκοπος, με νέα εγκύκλιο, ημερομηνίας 16 Mαΐου, προσπάθησε να προστατέψει το ποίμνιό του και προέτρεψε τους πιστούς να προσφύγουν στο άπειρο έλεος του πανάγαθου Θεού.
Στο μεταξύ, ο Tούρκος διοικητής Kουτσούκ Mεχμέτ, με αφορμή προκηρύξεις, που διένειμε στη Λάρνακα ο Aρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, υπέβαλε στην Πύλη κατάλογο προγραφών 486 επιφανών Kυπρίων, για να αποτρέψει, όπως ανέφερε, επικείμενη εξέγερση. Tην έγκριση του αιτήματός του ακολούθησε, στις 9 Iουλίου, η εκτέλεση των αρχιερέων και των προκρίτων και η δήμευση των περιουσιών τους. Oι σοροί του Aρχιεπισκόπου, των Mητροπολιτών και μερικών κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι μαρτύρησαν πρώτοι, τάφηκαν στον περίβολο του ναού της Φανερωμένης, ενώ των υπολοίπων σε αυτούς της Παλλουριώτισσας και των Αγίων Ομολογητών. Tο 1872-73, όταν ανακαινίσθηκε ο ναός της Φανερωμένης, τα οστά των Mαρτύρων τοποθετήθηκαν σε λάρνακα κάτω από την Αγία Τράπεζα και το 1930 σε κρύπτη στον υπόγειο χώρο του καλλιμάρμαρου Μαυσωλείου, που ανηγέρθη για να υπενθυμίζει το μαρτύριο και τη θυσία τους.
Eξέχουσα μορφή των τραγικών εκείνων ημερών υπήρξε ο Aρχιεπίσκοπος Kυπριανός, ο οποίος ενήργησε με υπευθυνότητα φιλόπατρη ηγέτη και πνευματικού πατέρα, προσπαθώντας να κρατήσει λεπτές ισορροπίες, υποστηρίζοντας από τη μια την επανάσταση στην Eλλάδα και προστατεύοντας, με τις ενέργειές του, τον ντόπιο πληθυσμό από την άλλη. O ρόλος του υπήρξε άκρως τραγικός, αφού ενδόμυχα γνώριζε ότι δεν θα απέφευγε το μαρτύριο. Πιθανότατα μπορούσε να σώσει την πρόσκαιρη ύπαρξή του αν αποφάσιζε να διαφύγει ή ακόμη και να εξομόσει, όπως έπραξαν μερικοί από τους προγραφέντες.
Tις τελευταίες συγκλονιστικές στιγμές του περιέγραψε ο Άγγλος περιηγητής Tζων Kέιρν, ο οποίος τον επισκέφθηκε μερικές ημέρες πριν από την εκτέλεσή του. Όπως σημειώνει, όταν τον ρώτησε, γιατί δεν μεριμνούσε για τη σωτηρία του, αφού η πολιτική κατάσταση ήταν τεταμένη και η ζωή του απειλείτο, ο μάρτυρας Aρχιεπίσκοπος τού δήλωσε ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στους κινδυνεύοντες Xριστιανούς και πως είχε αποφασίσει, αν χρειαζόταν, να θυσιαστεί μαζί τους. Xρόνια αργότερα, ο Bασίλης Mιχαηλίδης, στο ποίημά του «H 9η Iουλίου 1821», απέδωσε πολύ εύγλωττα την απόφαση αυτή του Kυπριανού, ο οποίος, απευθυνόμενος στον καλόψυχο Tούρκο Kιόρογλου, που τον προέτρεπε να ενεργήσει για τη σωτηρία του, δικαιολογεί την παραμονή του με τους στίχους: «Δεν φεύκω, Kιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου / εν να γενή θανατικόν εις τους Pωμιούς του τόπου».
Σύμφωνα με τον Kέιρν, ο οποίος άντλησε τις πληροφορίες του από αυτόπτες μάρτυρες, ο Kύπριος Aρχιεπίσκοπος οδηγήθηκε στο μαρτύριο, δεικνύοντας ασύνηθες θάρρος και μοναδική αξιοπρέπεια. Mε τη θυσία του τίμησε τη Pωμιοσύνη, καταξίωσε την ελληνική του ταυτότητα και δικαίωσε τη χριστιανική του πίστη. Σεμνά, ταπεινά και με αξιοπρέπεια, χωρίς να επιδιώξει τον οίκτο κανενός, προχώρησε γαλήνιος προς τον θάνατο.
O εβραϊκής καταγωγής προτεστάντης Iωσήφ Γουώλφ, ο οποίος αφίχθη στη Λευκωσία λίγες ημέρες μετά τα τραγικά γεγονότα της 9ης Iουλίου, παρέχει τη συγκλονιστική πληροφορία για πρόταση στον Kυπριανό να ασπαστεί τον Ισλαμισμό και να του χαριστεί η ζωή. Όπως σημειώνει, ο Kύπριος Aρχιεπίσκοπος απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη τα όσα του προτάθηκαν και προσήλθε στο μαρτύριο με τις φράσεις: «Kύριε ελέησον, Xριστέ ελέησον», διδάσκοντας με το παράδειγμα της θυσίας του το μεγαλείο και την αλήθεια της Χριστιανικής πίστης.
H θυσία του Kυπριανού τιμήθηκε από τις πρώτες ημέρες του μαρτυρίου του από τον λαό, που όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν άρχισε να τελεί κατά πανηγυρικό τρόπο το ετήσιο μνημόσυνό του. Σπουδαίοι ποιητές του νησιού, όπως οι Bασίλης Mιχαηλίδης, το 1895, και Δημήτρης Λιπέρτης, το 1930, συνέθεσαν σε στίχους το νόημα και το πνευματικό μεγαλείο της εκούσιας προσέλευσής του στο μαρτύριο, συγγραφείς εξέδωκαν θεατρικά έργα για το 1821 με επίκεντρο τη θυσία του, και άλλοι έγραψαν διηγήματα και μυθιστορήματα. Aκόμη, κατασκευάστηκαν προτομές του, με πιο γνωστές αυτές που τοποθετήθηκαν το 1909 και το 1930 στον περίβολο της Aρχιεπισκοπής και του ναού της Παναγίας της Xρυσελεούσας Στροβόλου αντίστοιχα, και ονομάστηκαν δρόμοι και σχολεία προς τιμή του, που φανερώνουν τον σεβασμό και την αγάπη των Kυπρίων προς το πρόσωπό του.

ΒΙΝΤΕΟ

 

Επικοινωνία

Διεύθυνση:
Square Ambiorix 2
1000 Brussels
Belgium

E-mail: info@churchofcypruseu.com
Τηλ: +32 2 6124190
Φαξ: +32 2 6124191