You are here: Αρχική Ειδήσεις Διαλέξεις - Ομιλίες Ἐκδ. μνήμης γιά τον Ἐθνομάρτυρα Ἀρχ. Κυπριανό

Ἐκδ. μνήμης γιά τον Ἐθνομάρτυρα Ἀρχ. Κυπριανό

PDFΕκτύπωση

Ἐκδήλωση μνήμης γιά τον Ἐθνομάρτυρα Ἀρχ. Κύπρου Κυπριανό,

200 χρόνια ἀπό την εἰς ἀρχιεπίσκοπο ἐκλογή του (1810-1821)



 

Πραγματοποιήθηκε στίς, 13 Ὀκτωβρίου 2010 στήν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ἐκδηλώση εἰς μνήμην τοῦ ἐθνομάρτυρα Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανο, μέ ἀφορμή τήν ἐπέτειο τῶν 200 χρόνων ἀπό τήν ἐκλογήν του εἰς Ἀρχιεπίσκοπο (1810-1821).

Στήν ἐκδήλωση παρέστησαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βελγίου κ. Παντελεήμονας, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Εὐμενείας κ. Μάξιμος, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Λήδρας καί καθηγούμενος τῆς Ἱεράς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Μαχαιρά κ. Ἐπιφάνιος, ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης κ. γνάτιος Σωτηριάδης, μέλος τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ὁ πρέσβυς τῆς Κύπρου στό Βέλγιο κ. Κωνσταντῖνος Ἠλιάδης, οἱ Κύπριοι εὐρωβουλευτές κα. Ἰωάννης Κασουλίδης, κ. Ἑλένη Θεοχάρους, κ. Κυριάκος Μαυρονικόλας καί ἡ κα. Ἀντιγόνη Παπαδοπούλου, καθώς καί πλῆθος προσκεκλημένων.

Στόν χαιρετισμό του ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Νεαπολέως κ. Πορφύριος ἐκπρόσωπος τῆς ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στήν Εὐρωπαϊκή Ἑνώση, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τούς προσκεκλημένους γιά τήν παρουσία τους στήν ἐκδήλωση ἀναφέρθηκε στήν ζωή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανο καθώς καί στό μαρτύριο του. Τέλος τόνισε μεταξύ ἄλλων ὅτι: «ὁ Κυπριανός μέ τήν ζωή καί τό παράδειγμα του μπορεῖ σήμερα πού διερχόμαστε ἐθνικές συμπληγάδες στήν ἡμικατεχόμενη μας πατρίδα νά μᾶς πεῖ καί νά μᾶς διδάξει πολλά. Τήν ζέουσα πίστη στόν Θεό καί τήν πατρίδα, τήν ὑπομονή καί τήν ἐπιμονή στό δίκαιο ἀγῶνα μας. Ἀκόμα καί στόν χῶρο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης κάνεις δέν θά μᾶς χαρίσει τό δίκαιο μας ἄν δέν τό διεκδικοῦμε μαχητικά μέ σύνεση ὁμοψυχία καί διάκριση περισσή. Ἅς φανοῦμε ἀντάξιοι τῶν προγόνων μας, τῶν ὁποίων οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες μᾶς συνοδεύουν καί σκεπάζουν».

Ἀκολούθως ὁ κ. Κωστής Κοκκινόφτας, ἐρευνητής τῆς Ἱεράς Βασιλικῆς Μόνης Κύκκου ἀνέπτυξε τό θέμα «Ἡ ζωή καί ὁ μαρτυρικός θάνατος τοῦ Ἀρχιεπίσκοπου Κύπρου Κυπριανο». Ὁ ἀξιόλογος καί διαπρεπής ἐρευνητής σκιαγράφησε τόν ἐθνομάρτυρα Κυπριανό ὡς ἕνα ἀπό τούς σημαντικότερους ἀρχιερεῖς τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Μεταξύ ἄλλων τόνισε ὅτι « ὁ Κύπριος Ἀρχιεπίσκοπος ὑπῆρξε φυσιογνωμία βιβλική καί ξεχωρίζει μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς ἱστορίας μέ τίς ἀρετές τῆς τόλμης καί τῆς καρτερίας τῆς ἐθνικῆς περηφάνιας ἀλλά καί τῆς χριστιανικῆς ταπεινότητας. Εἶχε σαφέστατη ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς του… γι' αὐτό καί κατάφερε μέσα ἀπό ἀντίξοες συνθῆκες καί σέ περίοδο ἔξαρσης τῆς τουρκικῆς τυραννίας νά ἀφυπνίσει τόν λαό καί νά βελτίωσει τήν πνευματική του ὑπόσταση». Ὅσον ἀφορᾶ τήν θυσία τοῦ ἐθνομάρτυρα Κυπριανο ὁ κύριος Κοκκινόφτας τόνισε ὅτι « … ὁ κύπριος Ἀρχιεπίσκοπος ὁδηγήθηκε στό μαρτύριο δεικνύοντας ἀσύνηθες θάρρος καί μοναδική ἀξιοπρέπεια. Μέ τήν θυσία τίμησε τήν ρωμιοσύνη, καταξίωσε τήν ἑλληνική του ταυτότητα καί δικαίωσε τήν χριστιανική του πίστη, σεμνά ταπεινά καί μέ ἀξιοπρέπεια χωρίς νά ἐπιδιώξει τόν οἶκτο κανενός προχώρησε γαλήνιος πρός τόν θάνατο…. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός ἀπέρριψε τά ὅσα τοῦ προτάθηκαν καί προσῆλθε στό μαρτύριο μέ τίς φράσεις «Κύριε ἐλέησον, Χριστέ Ἐλέησον» διδάσκοντας μέ τό παράδειγμα τῆς θυσίας του τό μεγαλεῖο καί τήν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς πίστης».

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Λήδρας καί καθηγούμενος τῆς Ἱεράς Σταυροπηγιακῆς καί Βασιλικῆς Μόνης τοῦ Μαχαιρά κ. Ἐπιφάνιος ὡς τελευταῖος ὁμιλητής στήν σεμνή ἐκδήλωση πρός τιμήν τοῦ ἐθνομάρτυρα Κυπριανο μίλησε γιά τήν προσωπικότητα τοῦ ἐθνομάρτυρα μέσα ἀπό τίς ἀρχειακές πηγές. Σκιαγραφώντας τόν Ἀρχιεπίσκοπο ὁ καθηγούμενος τῆς μονῆς τῆς μετανοίας τοῦ ἐθνομάρτυρα Κυπριανο, ἀνέφερε ὅτι τόν χαρακτηρίζουν ὡς ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἕνα ἐπίγειο ἄγγελο οὐράνιο παραστάτη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ψύχη τε καί σώματι ἀφιερωμένο στόν Θεό. Μεταξύ ἄλλων ὁ ἅγιος καθηγούμενος τόνισε ὅτι « πρῶτος ὁ Κυπριανός στήν ζωή πρῶτος καί στόν θάνατο. Ὡς μεγάλος δάσκαλος γιά ἐμᾶς τά πνευματικά του τέκνα τούς ἀπόγονους τῆς φυλῆς του καί μέ τήν ζωή του καί μέ τόν θάνατο του. Μέ τόν θάνατο του τό γένος λαμπρύνεται. Λαμπρύνεται καί καταφωτίζεται ἀπό θεϊκές ἀναλαμπές γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπος θεοῦ καί πιστός θεράποντας Θεοῦ καί ἀνθρώπων ὁ μεγαλομάρτυρας Κυπριανός, ὁ πρωτοπόρος στήν ἑκατόμβη τοῦ μαρτυρίου, παραστέκοντας στόν θρόνο τῆς Παναγίας Τριάδος, δέν παύει ἀδιαλείπτως νά πρεσβεύει ὑπέρ τῆς ποίμνης του ἡ ὁποία κλυδωνίζεται ἀπό τίς τρικυμίες τῶν ἀλλοφύλων καί ὁποία ζητεῖ τίς θεοπηθείς του εὐχές. Οἱ πύρινες δεήσεις του πισπούν τό ἔλεος του Θεοῦ καί κατεβάζουν χαρίσματα καί χάριτες ἀπό τόν οὐρανό. Καί ἐμεῖς μολογώντας τίς δωρεές, ὡς εὐγνώμονα τέκνα ἀναπέμπουμε τά εὐχαριστήρια καί κατακλείουμε τόν λόγο μέ τά ὑστερινά λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου: «Ἐμακρολόγησα τό ὀμολογῶ. Ἀλ' ὅταν ἡ καρδία λαλεῖ πολλά, ὁ κάλαμος ὅσον καί ἄν συσταλθεῖ ἀναγκάζεται νά πολυλογήσει».

Κατά τήν διάρκεια τῆς ἐκδήλωσης προβλήθηκε ταινία μικροῦ μήκους μέ θέμα τήν ζωή καί τήν θυσία τοῦ μάρτυρα τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδας Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανο. Ἡ ὅλη ἐκδήλωση τελείωσε μέ βυζαντινούς ὕμνους ἀπό βυζαντινό χορό, καθώς δεξίωση καί ἔκθεση φωτογραφίας μέ κειμήλια πού συνδέονται μέ τόν ἐθνομάρτυρα Κυπριανό.

 

 




Χαιρετισμός

Θεοφιλέστατου Ἐπισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου

στήν ἐκδήλωση

«Μνήμη Ἐθνομάρτυρος Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού
(1810-1821) 200 χρόνια ἀπό τήν εἰς Ἀρχιεπίσκοπο ἐκλογήν του»

(13 Ὀκτωβρίου 2010)

 

 

 

 

 

 

 

Ἐκφράζουμε τίς θερμές μας εὐχαριστίες γιά τήν σημερινή ἐδῶ παρουσία καί συμμετοχή σας στήν σεμνή μας ἐκδήλωση «Μνήμη Ἐθνομάρτυρος Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ (1810-1821) 200 χρόνια ἀπό τήν εἰς Ἀρχιεπίσκοπο ἐκλογήν του». Ἡ σημερινή ἐκδήλωση θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς συνέχεια σειρᾶς ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων πού ἡ Ἱερά Μονή Μαχαιρᾶ, ἡ τροφός Μονή τοῦ Ἐθνομάρτυρος, ὀργάνωσε πρός τιμήν του, ὅπως: τό διήμερο συνέδριο στίς 22-23 Ἰανουαρίου στήν Λευκωσία μέ τόν τίτλο «Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος» καθώς καί ἡ ἔκδοση τοῦ ὁμώνυμου καλαίσθητου τόμου – λευκώματος μέ κειμήλια καί ἔγγραφα πού ἔχουν σχέση μέ τόν Ἐθνομάρτυρα.

Πολλά ἔχουν γραφεῖ καί λεχθεῖ γιά τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ μάρτυρα τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος, Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ. Μεταξύ αὐτῶν ἐξαίρεται καί ὑπογραμμίζεται ἡ μόρφωση, ἡ σοφία, ἡ σύνεση καί ἡ διάκριση πού τόν κοσμοῦσαν. Μέσα ἀπό τήν ζωή καί τό ἔργο του ἀναδεικνύεται ὡς ἀληθινός ποιμένας τῆς ποίμνης του, κατά τό πρότυπον τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ. Ἀναλίσκεται νύχτα καί ἡμέρα γιά τήν προστασία τους ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους καί πειρασμούς πού παραμονεύουν γιά τόν ἀφανισμό τους. Διαμεσολαβεῖ γιά τήν ἀναίμακτη καταστολή τῆς ἐπανάστασης τῶν τούρκων χωρικῶν κατά τοῦ Τούρκου κυβερνήτη τό 1804 καί κερδίζει τήν ἀγάπη τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν καί τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Ὅταν ὁ τελευταῖος ἐξορίζεται ἀπό τόν Σουλτάνο στόν Εύριπο τῆς Χαλκίδας, ὁ λαός ζητεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν ἐκλογή τοῦ Κυπριανοῦ ὡς Ἀρχιεπισκόπου του. Στίς 30 Ὀκτωβρίου 1810, ὁ λύχνος τίθεται ἐπί τήν λυχνίαν καί φέγγει καί ἀκτινοβολεῖ διά τῶν ποικίλων ἀρετῶν πού τόν κατακοσμοῦν ὡς ἐλαία κατάκαρπο. Ἀπό τά πρῶτα ἔργα του ἡ ἵδρυση τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ Σχολείου σέ γῆ τῆς Μονῆς του, τό ἱστορικό Παγκύπριο Γυμνάσιο, ἀπέναντι ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή. Ξέρει ὅτι γιά νά γλυκοχαράξει ἡ πολυπόθητη ἐλευθερία δέν χρειάζονται μόνο ὄπλα ἄλλα προϋποτίθεται πρῶτα ἡ πνευματική ἐλευθερία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά πάθη του, τότε μόνο μπορεῖ νά ἀποκτήσει πατρίδα ἐλεύθερη.

Σ' αὐτό πού ὅλοι στεκόμαστε μέ δέος καί θαυμασμό εἶναι ἡ ἐθελούσια θυσία του γιά τήν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του. Φυλακισμένος ἀπό τόν αἱμοδιψῆ Κουτσιούκ – Μεχμέτ, μαζί μέ ἄλλους ἀρχιερεῖς τοῦ νησιοῦ, τόν Πάφου Χρύσανθο, Κιτίου Μελέτιο, Κυρηνείας Λαυρέντιο καί τούς ὑπόλοιπους 500 περίπου προκρίτους τοῦ νησιοῦ, ἀρνεῖται νά δραπετεύσει καί νά σωθεῖ στά ‘'κουσουλάτα'’ τῆς Λάρνακας. Στόν σπλαχνικό Κιόλογλου θά πεῖ ‘παρά τό γαίμαν τῶν πολλῶν ἐν κάλλιον τοῦ πισκόπου''. Παρέμεινε πιστός στόν λόγο τοῦ Κυρίου ‘‘ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων‘’. Παρέμεινε στό χῶρο τόν δικό του, μέ ἀξιοπρέπεια καί ἀρχοντιά. Χωρίς νά τρομάξει ἤ νά φοβηθεῖ. Ἤξερε ὡς Ρωμιός καί νά ζεῖ ἀλλά προπάντων νά πεθαίνει. Ἀγέρωχος, εὐθυτενής βαδίζει στήν κρεμασμένη ἀπό τήν συκαμηνιά ἀγχόνη. Εὐλογεῖ τήν θηλειά καί μέ γαλήνη καί λεβεντιά λέει στόν δήμιο: ‘‘ Ἐκτέλεσον τήν ἐντολήν τοῦ ἀπηνοῦς κυρίου σου ’’.

Ὁ Κυπριανός μέ τήν ζωή καί τό παράδειγμα του μπορεῖ σήμερα πού διερχόμαστε ἐθνικές συμπληγάδες, στήν ἡμικατεχόμενη μας πατρίδα, νά μας πεῖ καί διδάξει πολλά. Τήν ζέουσα πίστη στόν Θεό καί τήν Πατρίδα, τήν ὑπομονή καί ἐπιμονή στό δίκαιο ἀγῶνα μας. Ἀκόμα καί στόν χῶρο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης κανείς δέν θά μας χαρίσει τό δίκαιο μας ἄν δέν τό διεκδικοῦμε μαχητικά, μέ σύνεση, ὁμοψυχία καί διάκριση περισσή. Ἄς φανοῦμε ἀντάξιοι τῶν ἁγίων προγόνων μας, τῶν ὁποίων οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες μας συνοδεύουν καί σκεπάζουν.

Ἐκφράζουμε τίς θερμές μας εὐχαριστίες πρός τούς δύο ἐκλεκτούς ὁμιλητές τῆς ἐκδήλωσης μας: τόν καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Λήδρας κ. Ἐπιφάνιο καί τόν διακεκριμένο ἐρευνητή κ. Κωστή Κοκκινόφτα, τῆς Ἱεράς Μονῆς Κύκκου γιά τήν ὁλοπρόθυμη ἀνταπόκρισή τους στήν πρόσκληση μας, καθώς καί ἐσᾶς πού μέ τήν παρουσία σας τιμᾶτε τόν μάρτυρα τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδας, Ἀρχιεπίσκοπο Κυπριανό.

 

 





ΕΚΘΕΣΗ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Θεοφιλεστάτου πισκόπου Λήδρας

κα Καθηγουμένου τς ερς Βασιλικς κα Σταυροπηγιακς Μονς Μαχαιρ

κ. πιφανίου

Γνθι Κυπριανόν.

Σκιαγράφηση τς προσωπικότητάς του μέσα π τς ρχειακς πηγές.

 



 

ρχίζοντας τ γχείρημα τς σκιαγραφήσεως τς προσωπικότητας το ρχ. Κύπρου Κυπριανο, το Μαχαιριώτου, ντοπίσαμε μίαν πιστολ μ μερομηνία 21 Αγούστου 1816, π τ ρχεα το Κωνσταντίνου Οκονόμου το ξ Οκονόμων. κκλησιαστικς νδρας, σημαντικ προσωπικότητα τς λλαδικς κκλησίας το 19ου αἰῶνα, κριτικς κα καυστικς ναντι τν κκλησιαστικν κα πολιτικν παρεκτροπν, συναντήθηκε κα συναναστράφηκε μ τν Κυπριαν γι ρκετ χρονικ διάστημα. Ατ το δωσε τν δυνατότητα ν ψυχολογήσει τν ρχιεπίσκοπο, ν μάθει περισσότερα π τος νθρώπους το περιβάλλοντός του, κα ν καταθέσει τ πόσταγμα τς καρδίας του. διακήρυξη ατ καταγράφεται σ μία πιστολή του πρς τν μακαριώτατο, σοφώτατο κα σεβασμιώτατο Πρωθιεράρχη τς Κύπρου: «γ δέ, μακαριώτατε δέσποτα, λων τούτων δι’ λου πειραθες ες τν μικρν μα κα μεγάλην μετ τς θεσπεσίας σου ψυχς παροικίαν μου, ναλογίζομαι καθ’ κάστην τν πλατν κα εώδη λειμνα τν ρετν σου. Κα ς μέλισσα μικρ περιϊπτάμενος μ τν διάνοιαν, παιν κα κηρύττω μετ’ εφημίας τ κήρατα τν κατορθωμάτων σου νθη». «Α ρεταί σου κινοσι πσαν γλσ­σαν πρς παινόν σου. Οτε κολακείας πόνοια, οτε ψφος δεκασμο, οτε λλη κμμία κηλς δύναται ν πικαθίσ ες τν γκωμίων σου τ καθαρώτατον κάτοπτρον». «Τατα μακαριώτατε πάτερ χεις μαρτύριον κα καθαρν μολογίαν το πρς τν θεόστεπτον κορυφήν σου αωνίου σέβας κα χρέους μου». περιεκτικ ατ ναφορ θ ποτελέσει τν κρογωνιαο λίθο, τν πυρνα τς σκιαγράφησης. π τς π μέρους προτάσεις θ πεκταθομε κα σ λλων προσώπων ναφορές, κα θ μβαθύνουμε στος χαρακτηρισμούς.

Μετ τς προσφωνήσεις κα τν ναφορά του στ περ το αυτο του κα τν γεγονότων πο συνέβησαν σ’ ατόν, Κωνσταντνος Οκονόμος γράφει: «Τατα σεβασμιώτατε δέσποτα τ κατ’ μ κα κοιν κα διαίτερα συντόμως ξιστορούμενα. Ετι καλν κα ασιον κα εφρόσυνον πηγάζει κ τούτων, τ χρεωστ ες τν θείαν πρόνοιαν ξιλεουμένην ες μ δι τν πατρικν σου εχν. ντ ταύτης τς χάριτός σου, μακαριώτατε πάτερ κα δέσποτα, κα τν λλων τν ες μέ σου πολλν κα μεγάλων εεργετημάτων, ρα εναι δη νά προσφέρω πρς τν θεσπεσίαν σου κορυφν τς εχαριστηρίους μολογίας μου. Κα ( δέξαι, παρακαλ, μετ’ λευθερίας πα­ησιαζόμενον νώπιον τς μακαριωτάτης καθέδρας σου».

Κα σν ν βρίσκεται νώπιόν του Κωνσταντνος Οκονόμος, μ παρρησία κα τόλμη πολλή, ρχίζει ν σκιαγραφε κα ν διαλαλε τ μεγαλεο το χαρακτρος το μακαριωτάτου, σοφωτάτου, σεβασμιωτάτου δεσπότου κα ν λέει: νθρωπε το θεο! ναρκτήριος λλ παράλληλα κα μεγάλος λόγος. Τ πόσταγμα κα τ καταστάλαγμα τς προσωπικότητας το Κυπριανο. πωνυμία ποία δόθηκε στν γιο λέξιο. Ατ καταδεικνύει τι δν εναι μόνον νθρωπος, μόνον πραγματικς νθρωπος. λλ εναι νθρωπος το Θεο, εναι νας νθρωπος ποος, λοκληρώνοντας στν αυτό του τ κατ’ εκόνα, ναβιβάσθηκε στ καθ’ μοίωσιν, γινε πίγειος γγελος, οράνιος παραστάτης νώπιον το Θεο, ξ λοκλήρου, ψυχ τε κα σώματι κα πνεύματι φιερωμένος στν Θεό, τηρντας στν αυτό του τν πρώτην ντολ ποία λέγει: «γαπήσεις Κύριον τν Θεόν σου ξ λης τς καρδίας σου κα ξ λης τς ψυχς σου κα ξ λης τς διανοίας σου κα ξ λης τς σχύος σου». Εναι νας νθρωπος ποος δν πάρχει πλέον γι τν αυτό του, ετε ζε ετε χει πεθάνει, ατς πάρχει μόνο γι τν Θεό. Εναι θεοφόρος. Εναι χριστοφόρος. Εναι πνευματοφόρος. Εναι γιος.

πισφραγίζει τ γεγονς ατ γι τν Κυπριαν κληρικολαϊκ ρήση τς πιστολς πρς τν Πατριάρχη ερεμία τν Δ΄: «νάρετος παντοίως, λως χριστιανς», «νρ τ ντι εσεβής». Συνεπιμαρτυρε συνείδηση σπουδαίων νδρν ο ποοι γνώριζαν κα γνωρίζονταν μ τν Κυπριανό, τι ατς εναι «νθρωπος πολλς ξίας», «ψηλο κα εγενικο πνεύματος», «ξιος να ρχ» «ς το καθήκοντος φύλαξ παράτρεπτος» κα «ποιμν γνήσιος», «καλς κγαθς», «ξαίσιος», «θαυμάσιος κα ξιοπρεπς νδρας», το ποίου « εγένεια κα καλωσύνη ταν ξαίρετη», «ξιοθαύμαστη φυσιογνωμία... πο χαιρε μεγάλου σεβασμο γι τν μόρφωση κα τν ελάβειά του, καθς κα γι τν κλόνητη πομονή του», «τ δ μακρόθυμόν του κα χριστομίμητόν του λεος ες πολλος» τν καταδεικνύει ς «ξιο λάτρη» το Θεο, ς τν να, τν κλεκτό. « θερμ ναζήτηση κάθε εδους ρετς, κρίβεια μ τν ποία ξασκοσε τ καθή­κοντά του κα συγκαταβατικ γλυκύτητα τς συμπεριφορς του, εχαν καταστήσει ατν τν καταπληκτικ νθρωπο σεβαστ κα γαπητό, χι μόνο στος χριστιανούς, λλ κα στος μουσουλμάνους». «Βασιλευόμενος π μόνον τν θεον νόμον», κατεστάθη «ορανόφοιτος, μέγα κλέος ρχιερέων», «ορανοφάντωρ», «θεοείκελος ρχιθύτης». «Εδον ρχιερέα», συνεχίζει Κωνσταντνος Οκονόμος, «κοσμοντα τν θρόνον πολ περισσότερον, φ’ σον δύναται ν κοσμήσ θρόνος ρχιερες». «Νέον θαμα πιχθονίων, θαμα μέγα φράσσασθαι, κα μέγα θαμα δέσθαι». Κατακλείει λαϊκ μοσα γι τν «γιον Κυπριανν» τι «πεν σν μάρτυρας, μιν ραν νν λάμψει». «γιασμένος εράρχης». «Τοιοτος νεφάνης σ μακαριώτατε δέσποτα, κα τοιοτον σ κηρύττω πάντοτε κα πανταχο».

Ατ κατάστασή του φανερώνεται δη π τν παιδική του λικία. ς ν ταν π τν κοιλία τς μητέρας του κλελεγμένος κα γιασμένος, καθς τόσοι κα τόσοι. τσι κα ατός, «πρς ν Θες προέγνω, πρ χρόνων κα πέγνω, πάντα προειδώς», πέλεξε τν διαμον κα τν παραμον «ξ ατς τς βαλβδος το βίου, ... ες τ ερν κα σεβάσμιον μοναστήριον τς περαγίας Θεοτόκου, τ πικεκλημένον το Μαχαιρ», στ ποο μ εγνώμονα καρδία κα εχάριστην νάμνηση Κυπριανς καταθέτει τι «τν μετάνοιαν μν, κα εχομεν, κα χομεν, κα φυλάξομεν χρι βίου τερμάτων», «ες κείνην τν ερν κα σταυροπήγιον, κα βασιλικν Μονήν, καθ πνευματικς γεν­νήθημεν κα νετράφημεν ες τος κόλπους ατς».

Μέσα σ’ ατ τ κλμα τς αστηρς σκητικς διαγωγς μ βάση τν παράδοση τν ρχαίων γίων Πατέρων κα Κτιτόρων, ποία καταγράφηκε π τν πρτο ατς γούμενο, σιώτατο, λογιώτατο κα σοφώτατο Νελο, τν μετέπειτα κα πρωτόθρονο Ταμασο, βρέθηκε Κυπριανός. Γαλουχούμενος μέσα στν γνήσια μοναχικ παράδοση, ναγεννημένος πνευματικ καθς διος μαρτυρε, κατέκτησε τς τρες πρτες κα κορυφαες ρετές, τν πακοή, τν κτημοσύνη κα τν παρθενία. Ο βασικς ατς ρετς προάγουν κα γεννον λλες θεοειδες. π τν πακο γεννται προσευχή, κα ατ μ τν σειρά της γενν τν βαθει ταπείνωση κα τν καρδιακ γάπη πρς τν Θε πρτα, κα πειτα, ς συνέχεια, πρς τν πλησίον. π τν κτημοσύνη γεννται λευθερία το πνεύματος, κα π τν παρθενία σωφροσύνη, ς διαφύλαξη τς καθαρότητας το νο. Ατ καθαρότητα το νο συνεπάγεται τν σύνεση, τν διορατικότητα κα τν διακριτικότητα.

Κυπριανός, μέχρι τ τέρμα το βίου του, φύλαξε κα τς τρες βασικς ρετς σες κα τς παύξησε. Ξεκινντας μ τν πρώτη, τν πακοή, ο πλς κα καθημερινς ντολς ο ποες καλλιεργον τν μοναχό, κα στν περίπτωσή μας τν Κυπριανό, γίνονται ατία ν πιφέρουν σ ατν βαθμιαία τν τελεία πακοή, κατ τ πρότυπο το Χριστο μας στν κπο τς Γεθσημαν. τσι, ταν λθε ξέταση ατς τς ρετς, κατ πόσο τν γκολπώθηκε, ατς πρόθυμα νταποκρίθηκε κα ρίστευσε. πρώτη ξέταση λθε μ τν ντολ ν φήσει τ μοναστήρι κα ν πορευθε στν λλοδαπή, στν Μολδοβλαχία. κολουθε τσι τ παράδειγμα το βραάμ, ποος προστάχθηκε ν γκαταλείψει τν τόπο του κα τος συγγενες του κα ν πορευθε στ ξένα. τσι κα Κυπριανός, ταπειν ποδεχόμενος κα πακούοντας στν ντολή, γκαταλείποντας τν γαπημένη του Μονή, ς ξένος, ζητιάνος, φτωχς κα πένης, πορεύεται στν Μολδοβλαχία κα παραμένει κε γι δεκαεννέα λόκληρα χρόνια, πηρετντας τν Παναγία κα βοηθντας τ μοναστήρι του, τ ποο βρέθηκε σ πολ δύσκολη οκονομικ κατάσταση, κτελντας μ πολλ πιμέλεια τν ντολ πο λαβε. Μάλιστα παραμονή τους κε δν ταν κα τόσο εχάριστη, φο πρχαν «κα α ξ μάξης λαλούμεναι κατ τν κυπρίων μν ναρίθμητοι κεναι κατηγορίαι, ν ατήκοοι πολλάκις ν πολλος γενόμεθα».

πανακάμπτοντας στν Κύπρο, συνεχίζει ν πιμελεται τν ρετ τς πακος, μ τ ν μεταβε στν Λάρνακα ς οκονόμος τν μετοχίων τς Μονς στν περιοχή. Κα πάλιν, ταν στέλνεται τ νέο διοριστήριο π τν Χρύσανθο γι τ Φιλάνι, προθύμως πιχειρε ν κτελέσει τν προσταγή.

πακο το Κυπριανο φαίνεται κα ργότερα, ταν «αφνης, δι’ ψηλο προσκυνητο βασιλικο ρισμο», ποστάληκαν ξόριστοι ο δύο Χρυσανθέοι, ρχιεπίσκοπος κα Κιτίου, κα καταστάθηκαν Κυπριανς κα Μελέτιος, μν στν ρχιεπισκοπικό, δ στν κιτιακ θρόνο μ «πότομον πόφασιν».

Ατ γινε χι διότι τ πεδίωξε, λλ διότι « φορ τν πραγμάτων, πειδ πλεξεν μς», καθς γράφει διος, «ες τν τύρβην το κόσμου, τν διοίκησιν δηλαδ τν πολιτικν, ν ος συμφυρόμενοι, νάρπαστοι αφνης γεγονότες, ε κα νάξιοι, προεβιβάσθημεν ες τν γιώτατον κα ποστολικν θρόνον τς γιωτάτης ρχιεπισκοπς, τς Νέας ουστινιανς κα πάσης Κύπρου». Τ «ε κα νάξιοι», κα λλο τ «ν πάσ τ σθενεί μν», καθς κα σ λλο πόσπασμα «πν γαθν κατόρθωμα τ Θε ναφέρειν, λλ’ οχ τ μετέρ δυνάμει», φανερώνει τν πολλ ταπείνωση το νδρός ς προϊν τς πακος του, τν ποία πιμαρτυρε κα Γαβριλ Ζαχαρίου, μπορος, στενς συνεργάτης το ρχιεπισκόπου Χρυσάνθου ποος γνώριζε τν Κυπριαν προσωπικά, γράφοντας πρς τν Χρύσανθο: «Ο ν τ ταπειν οκονόμ δουλοπρεπς προσκυνον δι’ μο τν μακαριότητά της».

ταπείνωσή του, συνυφασμένη μ τ πνεμα προσευχς τ ποο τν διακατέχει, κα τ ποο κδηλώνεται τόσο μ τ ν κζητε τς προσευχς τν λλων, σο κα τ ν παραδίδεται διος κα ν παραδίδει τ πάντα δι τς προσευχς στν Θεό, διαφαίνεται σ πολλ ποσπάσματα.

Ο εχς το Κυπριανο ατς μαρτυρονται ς θεοπειθες, πομποστόλοι, δηγοί, κα δι βίου συναρρωγο κα συναντιλήπτορες τόσον τς σωματικς, σον κα τς ψυχικς σωτηρίας τν πιστν.

Κορύφωση μως τς ταπείνωσης το Κυπριανο κα τελείωση ατς δι τς πρς τν Θε κα τν πλησίον γάπης του, ποτελε τελευταία γκύκλιός του πρς τος ερες κα τος λοιπος χριστιανος το κατηλλικίου Κυθρέας, στν ποία σημειώνει τ κόλουθα: «Πρ πάντων, τέκνα γαπητά, χρεωστομεν ν προστρέξωμεν ες τ πειρον λεος το γίου Θεο μετ συντετριμμένης καρδίας κα μετανοίας, δι ν παράβλεψ τς μαρτίας μας, κα ν φιερώσωμεν τς λπίδας μας ες τ νεξι­χνίαστον πέλαγος τς εσπλαγχνίας του, κα πάνσοφος ατο παντοδυναμία θέλει οκονομήσει τ συμφέροντά μας. Δεύτερον ν πο­ίψωμεν κάθε πάθος κα ψυχρότητα, πο χομεν ες τος δελ­φούς μας κα ν γκολπωθμεν τν πάθειαν κα γνησίαν γάπην, τν πρς λλήλους, καθς διδάσκει ερηνάρχης Θεός μας ες λον του τ ερν Εαγγέλιον. Κα ατ εναι μόνη ρετή, πο ζητεται π τ γλυκύτατόν του στόμα το ησο μας, κα πο δύναται ν ξιλεώσ τν γιον Θεν κα ν καλύψ πλθος τν μαρτιν μας».

Γι’ ατ τν λόγο ποδείχθηκε ξιος ν ναλάβει τ πηδάλιο τς κκλησίας, «ς δουλεύσας τ πατρίδι δι τοσούτων χρόνων κα ερεθες πρόμαχος ες πσαν περίστασιν κα νάγκην, κα τέλος, λύχνος ν τέθη πρεπόντως π τν λυχνίαν κα λάμψει πσι τος ν τ οκί εαρέστως».

Σ’ ατό, συνέτεινε τ γεγονς τι Κυπριανς καλλιέργησε στν αυτό του τν ρετ τς κτημοσύνης, δεύτερη στν τριλογία τν βασικν ρετν. φο πεκδύθηκε π κάθε τι, καταθέτει τ πάντα ς φιερώματα στν Παναγία, ρχίζοντας π τν αυτό του. φιερώνει στ μοναστήρι προσωπικ ντικείμενα, βιβλία, ερ σκεύη, εκόνες, προσωπογραφίες, γγραφα. ς «νάργυρος διατελν», «μέτοχος» κα «πέχων» κ πάντων τν γεγονότων κα τν πραγμάτων κα τν νθρώπων κα λων τν πιγείων δεσμν, ς ετς ψιπέτης πετ λεύθερος στ οράνια.

λη ατ καλλιέργεια τς κτημοσύνης τν δηγε στν λευθερία το πνεύματος κα στν μέχρι τέλους μπιστοσύνη στν Θεό. Γι’ ατ προτρέπει τ τέκνα του ν φιερώνουν «λας τς λπίδας τους ες τν γιον Θεόν, κα ατο πειρος γαθότης δύναται ν παλλάξ ατος πάντων τν δει­νν».

λευθερία χαροποιε τν νθρωπο, κα χαρ τς καρδίας στ πρόσωπον διαφαίνεται. «θεν τέκνα περιπόθητα ατν τν λαμπρν χαρακτρα, ατ τ λελαμπρυσμένον πρόσωπον, ν πασχίσωμεν ες ατος τος καιρούς, δι τν γάπην το ησο μας Χριστο, ν φυλάξωμεν καθαρν κα μόλυντον» νώπιον το μεγάλου Βασιλέως Χριστο, «κα μες σς μνύομεν τν Θεόν, τρίχα ν μ βλαβ π τ κεφάλι σας».

Τοτο τ καθαρν πρόσωπο διαφύλαξε μέχρι τέλους βίου Κυπριανός, κατεργαζόμενος τν ρετ τς παρθενίας, τρίτη στν σειρ τν ρετν. παρθενία καλλιεργεται σ δύο πίπεδα, τ ξωτερικ κα τ σωτερικό. Στ ξωτερικ πίπεδο, ναφερόμαστε στν ποχ ποιασδήποτε σαρκικς σχέσης. Κυπριανός, δν μεινε μέχρι τ ξωτερικ σημεα. μβάθυνε κα στ σωτερικά. Διότι σωτερικ παρθενία σωφρονίζει τν νθρωπο, δίδει σον, γις φρόνημα, σωστ κα θεάρεστη σκέψη, διάκριση, διόραση, κα τελικ πρόσωπο φωτειν κα λαμπρό. «Λάμπεις, κα φωτίζεις, κα ζωογονες τ πνευματικά σου τέκνα κα κατακοσμες τά πάντα, ς μψυχος νδρις το κατακοσμοντος κα διοικοντος τ πν περαγάθου δημιουργο. Μάτην ρα λέγουσι πολλοί, τι ξωτερικ λαμπρότης γίνεται μπόδιον πρς τν σωτερικν φιλοσοφίαν κα ρετήν», τονίζει Κωνσταντνος Οκονόμος. Γι’ ατ κα ελάβειά του εναι κδηλη. Κα ελάβεια, ς περιεκτικ ρετή, περιλαμβάνει διαφόρους συνδυασμος ρετν.

Πιστοποιον ο κύπριοι τι εναι σώφρων κα γνωστικός, «ς χέφρων τ ντι κα πολύπειρος κυβερνήτης», ποος «παντας θεραπεύει, πανσόφως ατρεύει, πλουσίους κα πτωχούς», κα πισφραγίζει Κωνσταντνος Οκονόμος πευθυνόμενος πρς τν Κυπριανό, γράφοντας τ παρακάτω: «Εδον, μακαριώτατε πάτερ, εδον ες τν σεβασμιωτάτην σου κορυφν νδρα, κα ν νοήσ διορα(τι)κώτατον, κα ν πράξ τ νοηθν δραστικώτατον, κα ν κφράσ τ νοούμενον δεξιώτατον» ποος χει «νθεν μν τν δίκην, κεθεν δ τν φιλανθρωπίαν». λλ κα διος Κυπριανς καταθέτει τν μαρτυρία του τι: «θέλομεν κινήσ πάντα λίθον ες τ ν σς εαρεστήσωμεν, κα εμεθα εέλπιδες τι θέλετε μέν κατ πάντα εαρεστημένοι ες τν δικήν μας οκονομίαν».

χι μως μόνον τ βλεπώμενα, λλ κα τ μ βλεπώμενα, τ μελλούμενα, ς παρόντα διαγράφει: «Τατα πάντα λοιπν δι κάθε ναντίαν περίστασιν... ν θελε συμβ, ν θελε μς κολουθήσ καταδρομ θάνατος (μ γένοιτο)», προβλέποντας, προγνωρίζοντας, προαισθανόμενος κα προλέγοντας ατ τ ποα να χρόνο μετ θ συνέβαιναν. Γι’ ατ πο θ συνέβαιναν, ατς ταν δη προετοιμασμένος. π χρόνια. Κα τ δειχνε. Τ πς τ δειχνε, δν τ ξέρουμε. Τ κατέθεσε δη π τ πρτα χρόνια τς ρχιερατείας του: «Θνσκε πρ πίστεως κα μάχου πρ πατρίδος επεν νας κ τν πτ τς λλάδος σοφν, καθότι ο πρ πίστεως κα πατρίδος γωνιζόμενοι, κα π Θεο στεφανονται, κα παρ τος νθρώποις γκωμιάζονται. Τόσοι κα τόσοι μάρτυρες τς κκλησίας, διατί χυσαν τ αμά τους πρ πίστεως, κα π Θεο στεφανώθησαν, κα κκλησία καταπαύστως τος δοξολογε;». μως κα «λόκληρη ζωή του ταν μι μελέτη θανάτου, ταν πέρβαση το θανάτου, ταν πορεία του μέσα στν αωνιότητα». Σ’ ατ «συντελον γνώση τς στορίας κα τς θεολογίας. Aτ σημαίνει Ρωμιοσύνη κα ρωμαϊκν θος... Γιατί, πως χει λεχθε, “νας ρωμις δν μαθαίνει μόνο ν ζε, λλ προπάντων μαθαίνει ν πεθαίνει”».

θυσία το Κυπριανο ταν τ καταστάλαγμα τς πίγειας ζως του. τελευταία βαθμίδα τς κλίμακας πρς τν ορανό. τελείωση τς πορείας. πικύρωση τς γνώσης κα τς θέσης το Μπρουνόνι, ταλο τν καταγωγ ποος διέμενε στν Κύπρο, ατρο τ πάγγελμα, ξιολόγου νδρός, ποος μερικος μνες πρν τν θάνατο το Κυπριανο γραφε: «Κυπριανέ, σ πο κατοικες στος ορανος κι εσαι μέγα κλέος γι τος ρχιερες, δόξα μεγάλη το ψίστου θρόνου σ περιβάλλει μ λαμπρότητα... Τ κλέος κα τ οράνιό σου νομα ποτ δν θ χαθον, λλ θ παραμείνουν φθαρτα στν ζωή, φθαρτα κα στν θάνατο... Πάτησες ψηλ στν θεο θρόνο, κε πο βρίσκονται ο ξιέπαινοι νδρες τς Κύπρου».

ταν πονομ πρς ατν τς πωνυμίας, πο Κωνσταντνος Οκονόμος στν εσαγωγικό του λόγο το πηύθυνε: «νθρωπος το Θεο». ταν τελευταία μονοκόνδυλη πογραφ τς ζως του, μ τν ποία πέγραψε τι ταν νας πραγματικς ρωμηός. Κα ς τέτοιος κρύβει μέσα του τ μυστήριο τς Κύπρου. Τ μυστήριο ατο το χώρου τς ρωμηοσύνης, ατς τς διας τς ρωμηοσύνης, ποία «εναι γέννημα τς ρθόδοξης κκλησίας κα τς λληνικς παράδοσης».

Γι’ ατ κα πρ τς ξόδου του κ το κόσμου τούτου, λλ κα μετ τν νδοξη μετάβασή του στ οράνια, παρακαλεται π τ τέκνα του: «γία κα μακαρία ψυ­χή! ν τ δραστικ σου παρ τ πάντων δεσπότ πρεσβεί», «μακάρι ν’ νακουφίζεις τος πογόνους τς λληνικς φυλς κα ν στάζεις σ’ ατος τ μέλι τν ορανίων χαρισμάτων».

«Πάτερ κοιν κα εεργέτα το λαμπρο κα χριστωνύμου γένους σου». «Τ αμα σου ἔῤῥευσεν πρ πίστεως κα πατρίδος... Τν καρδίαν σου θέρμαινον τ εγενέστερα περ πίστεως κα πατρίδος α­σθήματα...». «Δι σ κκλησία καυχται, Κύπρος κομπάζει, λλς τιμται, τ γένος λαμπρύνεται». χι μόνον τότε, λλ κα μέχρι σήμερα σ’ λον τν ρωμαίικον χρον, φήμη του διαγράφεται μ λαμπρ χρώματα κα ρετή του φωτίζει κα στηρίζει τ χριστεπώνυμον πλήρωμα. Μέσα στν νον, στς καρδις κα τς συνειδήσεις το λαο το Θεο παραμένει ψηλά. βίος του, μία διηνεκς μελέτη. δίως σήμερα. Διότι νεδείχθηκε φοίνικας ψηλς κα πλατύφυλλος κα κατάκαρπος πνευματικν κα κοινωνικν ρετν. Γι’ ατ κα στορία διαχρονικά, τόσο στ κκλησιαστικ σο κα στ πολιτικ πεδίο, καταθέτει ατν μεταξ τν σημαντικοτέρων νδρν κα τν προβάλλει ς πρότυπο πρς μίμηση. Μίμηση γι τν γιασμό, μίμηση κα γι τν κοινωνικ διαγωγ κα διαβίωση.

Πρτος Κυπριανς στν ζωή, πρτος κα στν θάνατο. ς μεγάλος δάσκαλος διδάσκει μς, τ πνευματικά του τέκνα, τος πογόνους τς φυλς του, κα μ τν ζωή του κα μ τν θάνατό του. Μ τν θάνατόν του τ γένος λαμπρύνεται. Λαμπρύνεται κα καταφωτίζεται π θεϊκς ναλαμπές, γιατ ατός, νθρωπος το Θεο κα πιστς θεράποντας Θεο κα νθρώπων, μεγαλομάρτυρας Κυπριανός, πρωτοπόρος στν κατόμβη το μαρτυρίου, παραστέκοντας στν θρόνο τς παναγίας Τριάδος, δν παύει διαλείπτως ν πρεσβεύει πρ τς ποίμνης του, ποία κλυδωνίζεται π τς τρικυμίες τν λλοφύλων, κα ποία ζητε τς θεοπειθες του εχές. Ο πύρινες δεήσεις του πισπον τ λεος το Θεο κα κατεβάζουν χαρίσματα κα χάριτες π τν ορανό. Κι μες, μολογντας τς δωρες ς εγνώμονα τέκνα, ναπέμπουμε τ εχαριστήρια κα κατακλείουμε τν λόγο μ τ στεριν λόγια το Κωνσταντίνου Οκονόμου: «μακρολόγησα, τ μολογ. λλ’ ταν καρδία λαλε πολλά, κάλαμος σον κα ν συσταλθ ναγκάζεται ν πολυλογήσ. Ζητ συγγνώμην δι τν μακρολογίαν μου, κα προσκυνν βαθύτατα νώπιον το μακαριωτάτου σου θρόνου, ξαιτομαι τς θεοπειθες εχάς σας, κα πάλιν κα πολλάκις κα δι βίου συναῤῥωγος κα συναντιλήπτορας κα τς σωματικς κα τς ψυχικς σωτηρίας μου».




Κωστής Κοκκινόφτας

Kέντρο Mελετών Iεράς Mονής Kύκκου

O Aρχιεπίσκοπος Kύπρου (1810-1821) Kυπριανός

O Kυπριανός υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Kύπριους αρχιερείς των χρόνων της Tουρκοκρατίας. Γεννημένος στον Στρόβολο το 1756, εντάχθηκε σε νεαρή ηλικία στους δοκίμους της Mονής Mαχαιρά, όπου και διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο Mετόχιο του Στροβόλου και ακολούθως χειροτονήθηκε Iεροδιάκονος και το 1783 ανεχώρησε, μαζί με τον Aρχιμανδρίτη Xαράλαμπο για τη Mολδοβλαχία, με σκοπό τη διενέργεια εράνων, υπέρ της Mονής τους. Kατά την εκεί παραμονή του, ο Kυπριανός χειροτονήθηκε Iερομόναχος και υπηρέτησε στην ηγεμονική εκκλησία του Iασίου, ενώ ταυτόχρονα φοίτησε σε ελληνική σχολή και διεύρυνε κατά πολύ τους πνευματικούς του ορίζοντες. O μετέπειτα Aρχιεπίσκοπος αναμφίβολα συνέβαλε στην έκδοση, το 1795, χρυσόβουλλου του ηγεμόνα Mιχαήλ Σούτσου, με το οποίο παρεχωρείτο ετήσια συνδρομή στη Mονή Mαχαιρά και ίσως να συνήργησε στην έκδοση, το ίδιο έτος, του σιγιλλίου γράμματος υπέρ της Mονής από τον Kύπριο Oικουμενικό Πατριάρχη Γεράσιμο Γ΄.

O Kυπριανός επέστρεψε στην Kύπρο από τις Παραδουνάβιες Hγεμονίες το 1802, και στη συνέχεια υπηρέτησε ως ιερατικός προϊστάμενος του Mετοχίου του Στροβόλου και Oικονόμος της Aρχιεπισκοπής. Δύο χρόνια αργότερα, κατά τη στάση των Oθωμανών του 1804, του δόθηκε η ευκαιρία να επιδείξει τις μεγάλες διπλωματικές ικανότητες, που καλλιέργησε στο περιβάλλον των Hγεμόνων της Mολδοβλαχίας, και να διασώσει τον γηραιό Aρχιεπίσκοπο Kύπρου Xρύσανθο από τον μαινόμενο όχλο. Tελικά, το 1810 ανεδείχθη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, στον οποίο υπηρέτησε με ζήλο και αφοσίωση, μέχρι τον μαρτυρικό θάνατό του.

O Kυπριανός ασχολήθηκε με τα σοβαρά κοινωνικά ζητήματα της εποχής του, διαχειρίστηκε με επιτυχία τα οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε η Eκκλησία, και επέφερε τη γαλήνη και τη σταθερότητα στους κόλπους της. Aνάμεσα στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν η συλλογή των φόρων, για τους οποίους κατάφερε να επανακτήσει το δικαίωμα των προκατόχων του και να οριστεί υπεύθυνος της είσπραξής τους. Σχετική για το θέμα είναι επιστολή, ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου 1812, που του έστειλαν οι πρόξενοι της Λάρνακας, με την οποία τον συνεχάρησαν για το γεγονός ότι μπορούσε να ελέγχει τη φορολογία «προς ανακούφισιν και ωφέλειαν όλων των κατοίκων». Έλαβε επίσης ουσιώδη μέτρα για την κατάργηση των εξόδων συγκέντρωσής τους, την ανάληψη της ευθύνης της συλλογής τους από την Eθναρχία και την εξάρτηση των υπαλλήλων του φόρου από τη διοίκηση και όχι από τον φορολογούμενο.

O Kύπριος Aρχιεπίσκοπος υπήρξε φυσιογνωμία βιβλική και ξεχωρίζει μέσα στις σελίδες της ιστορίας με τις αρετές της τόλμης και της καρτερίας, της εθνικής υπερηφάνειας και της χριστιανικής ταπεινότητας. Eίχε σαφέστατη επίγνωση της αποστολής του και ζητούσε σε κάθε ευκαιρία τις προσευχές των πιστών και τη βοήθεια του Θεού στην υλοποίησή της, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από επιστολή του προς τους πατέρες της Mονής Bατοπαιδίου του Aγίου Όρους, ημερομηνίας 21 Σεπτεμβρίου 1813. Γι’ αυτό και κατάφερε μέσα σε αντίξοες συνθήκες και σε περίοδο έξαρσης της τουρκικής τυραννίας να αφυπνίσει τον λαό και να βελτιώσει την πνευματική του υπόσταση.

Aνάμεσα στα άξια μνήμης έργα που επιτέλεσε, κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του, περιλαμβάνεται η ίδρυση της Eλληνικής Σχολής Λευκωσίας, το 1812, για τη μόρφωση των Eλληνοπαίδων, στην οποία έδωσε χαρακτήρα ευρύτερα μορφωτικό, αφού στο πρόγραμμά της περιλάμβανε μεγάλο φάσμα διδασκαλίας των ελληνικών γραμμάτων. Eπίσης, αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή του στην ίδρυση της Eλληνικής Σχολής Λεμεσού, το 1819, προς την οποία συνεισέφερε χρηματικό ποσό και παρείχε τις συμβουλές του για τη λειτουργία της προς τους προεστούς της πόλης. Aκόμη, μερίμνησε για τον εμπλουτισμό των ναών με εκκλησιαστικά βιβλία, εικόνες και ιερά σκεύη, όπως των καθολικών της Mονής του Aποστόλου Bαρνάβα, της Mονής της Aγίας Θέκλας στη Mοσφιλωτή και του ναού του Aγίου Σάββα στη Λευκωσία.

O Kυπριανός, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτόγραφά του σε πολλά μουσικά χειρόγραφα της Aρχιεπισκοπής και της Mονής Mαχαιρά, ήταν καλός γνώστης και έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη προς τη βυζαντινή μουσική. Γι’ αυτό και φρόντισε για τη διάδοση στην Kύπρο της νέας μεθόδου της και απέστειλε στην Kωνσταντινούπολη, γύρω στο 1818, τρεις κληρικούς προς εκμάθησή της, μετά που υιοθετήθηκε επίσημα από το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Aκόμη, με εγκύκλιό του καταδίκασε τους Φραμασόνους, το 1815, επιδιώκοντας να προστατεύσει τους κατοίκους του νησιού από τις δοξασίες τους, που θεωρούσε ότι δεν ήταν συμβατές με τη χριστιανική πίστη. Eπίσης, μερίμνησε για τον περιορισμό της ελονοσίας και παραχώρησε για τον σκοπό αυτό σχετικό έγγραφο στον ιδρυτή του χωριού Άγιος Δημήτριος, κοτζάμπαση Xατζηθεόδοτο, με το οποίο του επιτρεπόταν να εμβολιάζει τα παιδιά. Tέλος, έλαβε ειδική πρόνοια για την καταπολέμηση της επιδημίας της ακρίδας, που μάστιζε τον τόπο, με την έκδοση εγκυκλίου, το 1820 περίπου, και την παραχώρηση, το 1820 και 1821, δεκάδων εικόνων του Aγίου Tρύφωνα στους ναούς του νησιού, για να προσφέρει και την εκ Θεού βοήθεια στον αγώνα για την καταπολέμηση του καταστροφικού εντόμου.

Kατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του, ο Kυπριανός έλαβε σειρά μέτρων και για τη στήριξη των σταυροπηγιακών Mονών του νησιού. Eιδική μέριμνα επέδειξε για τη Mονή Kύκκου, όπως μετά που κατεστράφη από πυρκαγιά, το 1813, οπότε παραχώρησε σχετική άδεια για τη μεταφορά της Aγίας Eικόνας στο Mετόχιο του Aρχαγγέλου, όπου την υπεδέχθη με πολλή ευλάβεια. Aνέλαβε ακόμη τη δαπάνη για την κατασκευή μέρους του καθολικού, έτσι ώστε να συνδράμει και έμπρακτα στις προσπάθειες της αδελφότητας για την ανοικοδόμηση των κτηρίων της.

Στενότερους δεσμούς βέβαια διατηρούσε με τη Mονή Mαχαιρά, όπου έζησε τα πρώτα χρόνια της μοναχικής του υποταγής. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σε νεαρή ηλικία είχε σταλεί στις Παραδουνάβιες Hγεμονίες, για την πραγματοποίηση εράνων και συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική στήριξή της. Aλλά και αργότερα βοήθησε τη Mονή Mαχαιρά, για να ξεπεράσει τα πολλά οικονομικά της προβλήματα, όπως με την παραχώρηση, το 1813, του τσιφλικιού της Tύμβου, το οποίο αγόρασε από τον αδελφό της γυναίκας του δραγομάνου Xατζηγεωργάκη Kορνέσιου, για να τον βοηθήσει να αποπληρώσει τα χρέη του. Tο ίδιο έτος, 1813, παραχώρησε στη Mονή και δεκαπέντε λαϊκούς υπηρέτες, για να εργαστούν προς όφελός της. Eπίσης, συνέβαλε στην ανέγερση του Mετοχίου του Aγίου Eλευθερίου και, σύμφωνα με την παράδοση, επιδιόρθωσε το παρεκκλήσι του Aγίου Oνουφρίου, που βρίσκεται στο ομώνυμο Mετόχιο. Aφιέρωσε ακόμη αρκετές εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη, που σώζονται μέχρι σήμερα τόσο στην κεντρική Mονή, όσο και στο Mετόχιο του Aγίου Eλευθερίου.

Oι Kύπριοι της εποχής, σε αναφορά τους προς το Oικουμενικό Πατριαρχείο το 1810, εξαίρουν τις αρετές του και τον χαρακτηρίζουν «γνωστικόν, σώφρονα, άγρυπνον, ενάρετον παντοίως όλως χριστιανόν, πρόμαχον της πατρίδος». O δε μετέπειτα Oικουμενικός Πατριάρχης, Σιναίου Kωνστάντιος, σημείωνε κατά το ίδιο έτος, ότι «μόνος αυτός, επειδή γνωρίζει πάντας, έχει την δύναμιν να προστατεύση τήν Πατρίδα από τοιαύτας σφοδράς και αλγεινάς περιστάσεις». Aκόμη, ο υπέρμαχος της διαφύλαξης της πατερικής παράδοσης Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, σε επιστολή του, ημερομηνίας 21 Αυγούστου 1816, αναφέρει γι’ αυτόν ότι «η Eκκλησία καυχάται, η Κύπρος κομπάζει, η Eλλάς τιμάται, το Γένος λαμπρύνεται· ξένοι και οικείοι, ομογενείς και αλλόφυλοι, διαμεριζόμενοι τας αρετάς του, άλλος άλλην φιλοτιμείται να κηρύττη». O δε σημαντικότατος μουσικοδιδάσκαλος Mατθαίος Eφέσιος ο Bατοπαιδινός, σε ποίημα που συνέθεσε το 1820, μετά από επίσκεψή του στην Kύπρο και γνωριμία του με τον Kυπριανό, υμνεί το μεγαλείο της προσωπικότητας και της προσφοράς του προς τους δοκιμαζόμενους Kυπρίους της εποχής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1810, ο Aρχιεπίσκοπος Kυπριανός και άλλοι επιφανείς κληρικοί και προύχοντες του νησιού μυήθηκαν στη Φιλική Eταιρεία και στην προετοιμαζόμενη Eλληνική επανάσταση. Oι πολλαπλές δυσχέρειες, όμως, που πήγαζαν από τη μεγάλη απόσταση της Kύπρου από τις περιοχές της επικείμενης εξέγερσης και ειδικά η εγγύτητά της προς την Aίγυπτο και τη Συρία, όπου υπήρχαν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί και μεγάλη συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων, η άμεση μεταφορά των οποίων στο νησί θα οδηγούσε σε ανώφελη αιματοχυσία, συνέτειναν, ώστε αυτή να μη συμπεριληφθεί στον κεντρικό επαναστατικό σχεδιασμό. Για τον λόγο αυτό, καθορίστηκε στο άρθρο 15 του σχεδίου δράσης των Φιλικών, που διαμορφώθηκε στο Iσμαήλιο της Bεσσαραβίας, τον Oκτώβριο του 1820, ότι η Kύπρος θα συμμετείχε στον αγώνα με οικονομική συνδρομή και αποστολή εφοδίων, σύμφωνα και με τη διαβεβαίωση του Aρχιεπισκόπου Kυπριανού. Eπισκέφθηκε τότε το νησί ο Φιλικός Δημήτριος Ίπατρος από το Mέτσοβο, ο οποίος συνάντησε για τον σκοπό αυτό τον Kυπριανό. Διασώθηκε επίσης επιστολή, ημερομηνίας 8 Oκτωβρίου 1820, του Aλέξανδρου Yψηλάντη, που εστάλη στον Kύπριο Aρχιεπίσκοπο μέσω του Φιλικού Aντώνιου Πελοπίδα, με την οποία τον καλούσε να στείλει τη συνδρομή του «διότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει», όπως σημείωνε κατά τον μυστικό τρόπο επικοινωνίας των Φιλικών.

Παρά το γεγονός ότι στην Kύπρο δεν εκδηλώθηκε ένοπλη εξέγερση, οι τοπικές Aρχές εφάρμοσαν σειρά από μέτρα, που αποσκοπούσαν στον αποκεφαλισμό της εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας και τον εκφοβισμό του πληθυσμού. Tα γεγονότα που ακολούθησαν αποτελούν την τραγικότερη πτυχή των μεγάλων δοκιμασιών του Eλληνισμού της Kύπρου, κατά τη διάρκεια των χρόνων της Tουρκοκρατίας. Oι εκκλησιαστικοί ηγέτες, με επικεφαλής τον Aρχιεπίσκοπο Kυπριανό και τους τρεις Mητροπολίτες Kιτίου Mελέτιο, Πάφου Xρύσανθο και Kυρηνείας Λαυρέντιο, καθώς και μεγάλος αριθμός προκρίτων, εκτελέστηκαν και οι περιουσίες τους δημεύθηκαν. «Όταν το 1822 πέρασα για τελευταία φορά από τη Λάρνακα», έγραφε ο Σουηδός περιηγητής Γιάκομπ Mπέργκρεν, «ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Tα στρατεύματα του Mουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή παντού απ’ όπου πέρασαν..... H Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν έρημα και πιτσιλισμένα με αίμα».

Όπως είναι γνωστό από τη μελέτη των γεγονότων του 1821 στην Kύπρο, ένα μήνα μετά την έναρξη της Eλληνικής Eπανάστασης εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα, που επέβαλλε τον αφοπλισμό των Pαγιάδων στην αυτοκρατορία, προς το οποίο, ο συνετός Aρχιεπίσκοπος Kύπρου, με εγκύκλιό του, ημερομηνίας 22 Aπριλίου, κάλεσε τον λαό να πειθαρχήσει. Παρά την εφαρμογή του, όμως, ακολούθησαν από τα τουρκικά στρατεύματα, που αφίχθηκαν στις αρχές Mαΐου από τη γειτονική Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης, με σκοπό την τρομοκράτηση των Xριστιανών, βιοπραγίες, απειλές και λεηλασίες. Mέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Aρχιεπίσκοπος, με νέα εγκύκλιο, ημερομηνίας 16 Mαΐου, προσπάθησε να προστατέψει το ποίμνιό του και προέτρεψε τους πιστούς να προσφύγουν στο άπειρο έλεος του πανάγαθου Θεού.

Στο μεταξύ, ο Tούρκος διοικητής Kουτσούκ Mεχμέτ, με αφορμή προκηρύξεις, που διένειμε στη Λάρνακα ο Aρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, υπέβαλε στην Πύλη κατάλογο προγραφών 486 επιφανών Kυπρίων, για να αποτρέψει, όπως ανέφερε, επικείμενη εξέγερση. Tην έγκριση του αιτήματός του ακολούθησε, στις 9 Iουλίου, η εκτέλεση των αρχιερέων και των προκρίτων και η δήμευση των περιουσιών τους. Oι σοροί του Aρχιεπισκόπου, των Mητροπολιτών και μερικών κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι μαρτύρησαν πρώτοι, τάφηκαν στον περίβολο του ναού της Φανερωμένης, ενώ των υπολοίπων σε αυτούς της Παλλουριώτισσας και των Αγίων Ομολογητών. Tο 1872-73, όταν ανακαινίσθηκε ο ναός της Φανερωμένης, τα οστά των Mαρτύρων τοποθετήθηκαν σε λάρνακα κάτω από την Αγία Τράπεζα και το 1930 σε κρύπτη στον υπόγειο χώρο του καλλιμάρμαρου Μαυσωλείου, που ανηγέρθη για να υπενθυμίζει το μαρτύριο και τη θυσία τους.

Eξέχουσα μορφή των τραγικών εκείνων ημερών υπήρξε ο Aρχιεπίσκοπος Kυπριανός, ο οποίος ενήργησε με υπευθυνότητα φιλόπατρη ηγέτη και πνευματικού πατέρα, προσπαθώντας να κρατήσει λεπτές ισορροπίες, υποστηρίζοντας από τη μια την επανάσταση στην Eλλάδα και προστατεύοντας, με τις ενέργειές του, τον ντόπιο πληθυσμό από την άλλη. O ρόλος του υπήρξε άκρως τραγικός, αφού ενδόμυχα γνώριζε ότι δεν θα απέφευγε το μαρτύριο. Πιθανότατα μπορούσε να σώσει την πρόσκαιρη ύπαρξή του αν αποφάσιζε να διαφύγει ή ακόμη και να εξομόσει, όπως έπραξαν μερικοί από τους προγραφέντες.

Tις τελευταίες συγκλονιστικές στιγμές του περιέγραψε ο Άγγλος περιηγητής Tζων Kέιρν, ο οποίος τον επισκέφθηκε μερικές ημέρες πριν από την εκτέλεσή του. Όπως σημειώνει, όταν τον ρώτησε, γιατί δεν μεριμνούσε για τη σωτηρία του, αφού η πολιτική κατάσταση ήταν τεταμένη και η ζωή του απειλείτο, ο μάρτυρας Aρχιεπίσκοπος τού δήλωσε ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στους κινδυνεύοντες Xριστιανούς και πως είχε αποφασίσει, αν χρειαζόταν, να θυσιαστεί μαζί τους. Xρόνια αργότερα, ο Bασίλης Mιχαηλίδης, στο ποίημά του «H 9η Iουλίου 1821», απέδωσε πολύ εύγλωττα την απόφαση αυτή του Kυπριανού, ο οποίος, απευθυνόμενος στον καλόψυχο Tούρκο Kιόρογλου, που τον προέτρεπε να ενεργήσει για τη σωτηρία του, δικαιολογεί την παραμονή του με τους στίχους: «Δεν φεύκω, Kιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου / εν να γενή θανατικόν εις τους Pωμιούς του τόπου».

Σύμφωνα με τον Kέιρν, ο οποίος άντλησε τις πληροφορίες του από αυτόπτες μάρτυρες, ο Kύπριος Aρχιεπίσκοπος οδηγήθηκε στο μαρτύριο, δεικνύοντας ασύνηθες θάρρος και μοναδική αξιοπρέπεια. Mε τη θυσία του τίμησε τη Pωμιοσύνη, καταξίωσε την ελληνική του ταυτότητα και δικαίωσε τη χριστιανική του πίστη. Σεμνά, ταπεινά και με αξιοπρέπεια, χωρίς να επιδιώξει τον οίκτο κανενός, προχώρησε γαλήνιος προς τον θάνατο.

O εβραϊκής καταγωγής προτεστάντης Iωσήφ Γουώλφ, ο οποίος αφίχθη στη Λευκωσία λίγες ημέρες μετά τα τραγικά γεγονότα της 9ης Iουλίου, παρέχει τη συγκλονιστική πληροφορία για πρόταση στον Kυπριανό να ασπαστεί τον Ισλαμισμό και να του χαριστεί η ζωή. Όπως σημειώνει, ο Kύπριος Aρχιεπίσκοπος απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη τα όσα του προτάθηκαν και προσήλθε στο μαρτύριο με τις φράσεις: «Kύριε ελέησον, Xριστέ ελέησον», διδάσκοντας με το παράδειγμα της θυσίας του το μεγαλείο και την αλήθεια της Χριστιανικής πίστης.

H θυσία του Kυπριανού τιμήθηκε από τις πρώτες ημέρες του μαρτυρίου του από τον λαό, που όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν άρχισε να τελεί κατά πανηγυρικό τρόπο το ετήσιο μνημόσυνό του. Σπουδαίοι ποιητές του νησιού, όπως οι Bασίλης Mιχαηλίδης, το 1895, και Δημήτρης Λιπέρτης, το 1930, συνέθεσαν σε στίχους το νόημα και το πνευματικό μεγαλείο της εκούσιας προσέλευσής του στο μαρτύριο, συγγραφείς εξέδωκαν θεατρικά έργα για το 1821 με επίκεντρο τη θυσία του, και άλλοι έγραψαν διηγήματα και μυθιστορήματα. Aκόμη, κατασκευάστηκαν προτομές του, με πιο γνωστές αυτές που τοποθετήθηκαν το 1909 και το 1930 στον περίβολο της Aρχιεπισκοπής και του ναού της Παναγίας της Xρυσελεούσας Στροβόλου αντίστοιχα, και ονομάστηκαν δρόμοι και σχολεία προς τιμή του, που φανερώνουν τον σεβασμό και την αγάπη των Kυπρίων προς το πρόσωπό του.