You are here: Αρχική Ειδήσεις Διαλέξεις - Ομιλίες Ομιλία του Χωρεπισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου, Σεμινά

Ομιλία του Χωρεπισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου, Σεμινά

PDFΕκτύπωση

Ομιλία Χωρεπισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου

Διευθυντής των Γραφείων της Εκκλησίας της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

‘‘Religious Freedom and Holy Sites in the Republic of Cyprus’’

Σεμινάριο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο


14 Απριλίου 2010

 

 

 

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία, είτε μεμονωμένα είτε σε κοινωνία με άλλους, δημόσια ή ιδιωτικά, να εκδηλώνει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις διδασκαλία, την άσκηση , τη λατρεία και τις τελετές. (At5 18-UN Universal Declaration of Human Rights).

Ἡ Κύπρος εἶναι μιά χώρα με μοναδική ἱστορία καί ἀρχαῖο πολιτισμό πού χρονολογεῖται ἀπό το 9.000 π.Χ. Λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς της γειτνίασης μέ τούς Ἁγίους Τόπους δέχθηκε τόν Χριστιανισμό νωρίς, τό 45 μ.Χ., ὅταν οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Βαρνάβας καί Μᾶρκος ἔφθασαν στο νησί καί κήρυξαν τό εὐαγγέλιο. Εἶναι γι’ αὐτό το λόγο πού ὁλόκληρο τό νησί ἀποτελεῖ ἕνα ἀνοικτό μουσεῖο τῆς Χριστιανικῆς Τέχνης, με πολύ μεγάλο αριθμό Ἐκκλησιῶν καί μοναστηριῶν σε ἀστικές καί ὀρεινές περιοχές πολύ συχνά διακοσμημένων με ψηφιδωτά, τοιχογραφίες καί εἰκόνες ὅλων τῶν ἱστορικῶν περιόδων. Στήν Κύπρο θρησκευτικά ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν κατοίκων, 75%, εἶναι χριστιανοί Ὀρθόδοξοι, 16% Μουσουλμάνοι, καί 1% Χριστιανοί Μαρωνίτες, Ἀρμένιοι, Λατίνοι.

Οἱ θρησκευτικές κοινότητες συμβίωσαν καί συνεργάστηκαν μεταξύ τους χωρίς ποτέ νά ὑπάρξει μεταξύ τους θρησκευτική σύγκρουση! Ἀντίθετα μάλιστα ὁ ἀλληλοσεβασμός καί ἡ ἀλληλοαποδοχή ἦταν τέτοια πού σέ πόλεις καί χωριά τοῦ νησιοῦ συνυπήρχαν χριστιανικοί ναοί δίπλα ἀπό μουσουλμανικά τεμένη. Στίς πόλεις καί τά χωριά ζοῦσαν δίπλα ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο, συμμετέχοντας στις ἑορτές, ἀλλά καί στίς χαρές καί τίς λύπες ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.

Τήν μακρά πορεία εἰρήνης καί φιλίας τῶν κοινοτήτων τοῦ νησιοῦ διασάλευσαν καί τραυμάτισαν καίρια τά τραγικά γεγονότα τοῦ 1974. Ἡ Τουρκία στίς 20 Ἰουλίου εἰσέβαλε στήν Κύπρο μέ μεγάλη στρατιωτική δύναμη καί ἀπό τότε κατέχει το 37% τοῦ ἐδάφους τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, ἐκδιωκόντας παράλληλα 170.000 νομίμων κατοίκων ἀπό τίς πατρογονικές τους ἐστίες.

Στίς περιοχές πού βρίσκονται ὑπό τόν ἔλεγχο τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας οἱ Τουρκοκύπριοι καί ἄλλοι μουσουλμάνοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ ἀπολαμβάνουν πλήρως τῶν θρησκευτικῶν τους ἐλευθεριῶν. Ἡ μεγάλη πλειοψηφία μουσουλμανικῶν τζαμιῶν ἔχουν συντηρηθεῖ ἀπό τίς ἀρμόδιες ὑπηρεσίες τῆς Δημοκρατίας. Μεγάλος ἀριθμός τζαμιῶν κατά τήν συντήρησή τους ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν προηγουμένως χριστιανικοί ναοί, ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκαν κάτω ἀπό τά ἐπιχρίσματα βυζαντινές τοιχογραφίες. Ἰκανός ἀριθμός τζαμιῶν λειτουργοῦν ἀπρόσκοπτα γιά τίς λατρευτικές ἀνάγκες τῶν μουσουλμάνων πού διαβιοῦν καί διαμένουν στίς ἐλεύθερες περιοχές.

Δυστυχῶς δέν συμβαίνει αὐτό καί στίς κατεχόμενες ἀπό τίς τουρκικές δυνάμεις περιοχές. Μετά τήν τουρκική εἰσβολή 20.000 ἄτομα, κυρίως Ἐλληνοκύπριοι και μερικοί Μαρωνίτες, παρέμειναν στά χωριά τους στήν χερσόνησο τῆς Καρπασίας καί τά Μαρωνιτικά χωριά δυτικά τῆς Κερύνειας. Αὐτή ἡ ὁμάδα ἀνθρώπων, γνωστοί ὡς «ἐγκλωβισμένοι», παρέμειναν στά χωριά τους μέ τήν ἐλπίδα ὅτι μετά τήν ἐκεχειρία θά ξανάβρισκαν τόν κανονικό ρυθμό ζωῆς τους. Πολύ σύντομα ὅμως οἱ ἐλπίδες τους διαψεύστηκαν. Τό παράνομο κατοχικό καθεστώς ἄρχισε συστηματικά νά ἐφαρμόζει πολιτική καταπίεσης, παραβιάσεις τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί παρενοχλήσεις τῶν ἐγκλωβισμένων σέ μιά προσπάθεια νά τούς ἐξαναγκάσει νά ἐγκαταλείψουν τά σπίτια τους. Σήμερα γύρω στά 500 ἄτομα παραμένουν στίς κατεχόμενες περιοχές.

Τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων (Μάϊος 2001) ἔκρινε ὅτι ὑπήρξε ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας συνεχής παραβίαση ἄρθρων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συνθήκης Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων πού ἀφοροῦν τό δικαίωμα τῶν ἐγκλωβισμένων γιά ἐλεύθερη διακίνηση, θρησκευτική λατρεία καί ἐκπαίδευση, καθώς καί γιά σεβασμό τῆς ἰδιωτικῆς καί οἰκογενειακῆς ζωῆς τους.

Σήμερα τό κατοχικό καθεστώς στήν περιοχή Καρπασίας, μόνο σέ δύο ἱερεῖς ἐπιτρέπει νά ἐξυπηρετοῦν τίς λειτουργικές ἀνάγκες τῶν ἐγκλωβισμένων. Ὅταν ἄλλοι κληρικοί ἐπισκεφθοῦν τήν περιοχή δέν μποροῦν νά τελέσουν ἀκολουθίες χωρίς εἰδική ἄδεια ἀπό τό κατοχικό καθεστώς, πράγμα σχεδόν ἀκατόρθωτο. Ἀκόμα καί στόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο τῆς Καρπασίας Χριστοφόρο, μόνο μιά φορά τόν χρόνο ἐπιτρέπουν νά λειτουργήσει. Ὅταν ἐπισκέπτεται τήν ἐπαρχία του βρίσκεται κάτω ἀπό συνεχή ἐπιτήρηση καί παρακολούθηση.

Τήν πιό βίαιη καί συστηματική βεβήλωση ἔχουν ὑποστεῖ οἱ ἐκκλησίες πού ἀποτελοῦν τά πιό ἐμφανή σύμβολα ἀναγνώρισης τῆς ταυτότητας τοῦ τόπου. Σύμφωνα μέ στοιχεῖα ἀπό τίς ἀρμόδιες ἀρχές τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, περισσότερες ἀπό 520 Ἑλληνορθόδοξες ἐκκλησίες καθώς καί 17 μοναστήρια σέ πόλεις καί χωριά τῶν κατεχομένων ἔχουν λεηλατηθεῖ, ἔχουν γίνει ἐπίτηδες ἀντικείμενα βανδαλισμοῦ καί σέ μερικές περιπτώσεις ἔχουν κατεδαφιστεῖ. Ὀγδόντα ἐκκλησίες ἔχουν μετατραπεῖ σέ τζαμιά, 28 χρησιμοποιοῦνται ἀπό τόν τουρκικό στρατό ὡς ἀποθῆκες, κοιτῶνες, 6 ἔχουν μετατραπεῖ σέ μουσεῖα, ἐνῶ ἄλλες σέ πολιτιστικά κέντρα, θέατρα, σταύλους ζώων, νεκροτομεῖο, ἀχυρώνες, ἐργαστήρια, ξενοδοχεῖα. Ἀρκετά καταστράφηκαν, συμπεριλαμβανομένης τῆς ἐκκλησίας τῆς Μονῆς Παναγίας Αὐγασίδας (Μηλιά-Ἀμμοχώστου), χρονολογημένης τόν 15ο αἰώνα καί διακοσμημένης μέ τοιχογραφίες τῆς ἴδιας περιόδου. Τήν ἴδια τύχη (2007) εἶχε καί ὁ ἐνοριακός ναός τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στό χωριό Γεράνι.

Τά κοιμητήρια τῶν προγόνων μας ἔχουν λεηλατηθεῖ καί καταστραφεῖ. Οἱ τάφοι ἀνοίχθηκαν, οἱ σταυροί καί οἱ ταφόπλακες ἔχουν θρυμματιστεῖ.

Τό περιεχόμενο τῶν ἐκκλησιαστικῶν μνημείων ἔχει κλαπεῖ καί σέ μεγάλο ποσοστό ἐξαχθεῖ στό ἐξωτερικό πρός πώληση σέ συλλέκτες καί δημοπρατικούς οἴκους. Πέραν τῶν 15.000 εἰκονων, εἰκονοστάσια, λειτουργικά σκεύη, εὐαγγέλια, ψηφιδωτά καί τοιχογραφίες πού χρονολογοῦνται ἀπό τόν 6ο ἔως τόν 20ό αἰώνα ἔχουν ὑπεξαιρεθεῖ καί ἐξαφανισθεῖ. Λίγα ἀπό αὐτά ἔχουν ἐντοπιστεῖ καί ἐπαναπατρισθεῖ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ ὑπόθεση τῶν ψηφιδωτῶν τῆς ἐκκλησίας τῆς Παναγίας Κανακαριᾶς στή Λυθράγκωμη. Τό 1989 τό Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων ξεκίνησε τίς δικαστικές διαδικασίες γιά τήν ἐπιστροφή τεσσάρων μωσαϊκῶν: τοῦ Χριστοῦ, ἑνός Ἀρχαγγέλου καί τῶν Ἀποστόλων Ἰακώβου καί Ματθαίου, τά ὁποία Τούρκοι κλέφτες ἀποκόλλησαν ἀπό τήν ἀψίδα τῆς ἐκκλησίας μετά τό 1979. Ἐξήχθηκαν παράνομα ἀπό τήν Κύπρο καί ἐντοπίσθηκαν στήν κατοχή τῆς ἀμερικανίδας ἐμπόρου τέχνης Peg Goldberg στήν Ἰνδιανάπολη τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Μετά ἀπό δίκη, τό δικαστήριο τῆς Ἰνδιανάπολης ἀπεφάσισε, τό 1989, τήν ἐπιστροφή τους στόν νόμιμο ἰδιοκτήτη τους, τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.

Τό 1997 ἐξάλλου, μετά ἀπό ἔφοδο τῆς γερμανικῆς ἀστυνομίας σέ τρία διαμερίσματα στό Μόναχο, ἰδιοκτησίας τοῦ Τούρκου ἀρχαιοκάπηλου Aydin Dikmen, ἀνευρέθη μεγάλη ποσότητα ψηφιδωτῶν, τοιχογραφιῶν καί εἰκονισμάτων. Τά ἔργα αὐτά, ἀφαιρέθηκαν παράνομα ἀπό πέραν τῶν πενήντα κατεχομένων ἐκκλησιῶν καί μεταφέρθηκαν στό Μόναχο πρός πώληση.

Τόν Ἀπρίλιο του 2009, ἡ Ἐπιτροπή Ἑλσίνκι (the Helsinki Commission) ἕνας ἀνεξάρτητος Κυβερνητικός ὀργανισμός τῶν Η.Π.Α. σέ μία ἀπό τίς ἐκθέσεις του ὑπογραμμίζει ὅτι: “τά θρησκευτικά μνημεῖα στήν κατεχόμενη Κύπρο βρίσκονται ὑπό σοβαρή ἀπειλή” καί ὅτι κατά τή διάρκεια τῆς 35ετούς κατοχῆς τῆς βόρειας Κύπρου, ἡ Τουρκία προέβη σέ ἐνέργειες καταστροφῆς, βεβήλωσης καί λεηλασίας θρησκευτικῶν καί ἀρχαιολογικῶν μνημείων”.

Εὐρωπαϊκή Ἕνωση μέ τήν οἰκονομική της ὑποστήριξη, μέσῳ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν (UNDP) καί τό πρόγραμμα Partnership for the Future (PFF), συντήρησε κατά ὑποδειγματικό τρόπο δύο μνημεῖα. Τά Omeriye Baths (Hamam) τό 2005 στήν μή κατεχόμενη Λευκωσία καί τήν καθολική ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου (Bedesdan) τό 2009 στήν κατεχόμενη Λευκωσία. Τά δύο μνημεῖα βραβεύτηκαν μέ τό βραβεῖο τῆς Europa Nostra γιά τήν πολιτιστική κληρονομιά. Γιά τό ἔτος 2010 ἡ Εὐρωπαϊκή Ἐπιτροπή θά διαθέσει τό ποσό τῶν 800.000 γιά τήν ἀρχιτεκτονική ἀποτύπωση τῶν μνημείων. Θέλουμε νά ἐλπίζουμε ὅτι οἱ ἐνδείξεις αὐτές εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς οὐσιαστικότερης ἐμπλοκῆς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης γιά τήν διαφύλαξη τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἔγκαιρης διάσωσης τῆς θρησκευτικῆς κληρονομιᾶς τῆς κατεχόμενης Κύπρου. Εἶναι μιά κληρονομιά εὐρωπαϊκή καί παγκόσμια. Εἶναι καθῆκον καί ὑποχρέωσή μας νά τήν διαφυλάξουμε καί διασώσουμε τόσο γιά μας, ἀλλά καί γιά τίς μελλοντικές γενεές.