You are here: Αρχική Ειδήσεις Διαλέξεις - Ομιλίες Ἡμερίδα μέ θέμα: Ἡ προστασία τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τῆς Κύπρου, 15 Ὀκτωβρίου 2011, ῾Ιδρυμα Μακαρίου Γ’, Λευκωσία

Ἡμερίδα μέ θέμα: Ἡ προστασία τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τῆς Κύπρου, 15 Ὀκτωβρίου 2011, ῾Ιδρυμα Μακαρίου Γ’, Λευκωσία

PDFΕκτύπωση

 

Ἡμερίδα μέ θέμα: “ Ἡ προστασία τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τῆς Κύπρου:

Κοινή προσπάθεια για τήν ἀποτροπή τῆς παράνομης διακίνησης πολιτιστικῶν ἀγαθῶν”.

 

15 Ὀκτωβρίου 2011 – ῾Ιδρυμα Μακαρίου Γ – Λευκωσία

 

 

 

                    

          Τό Σάββατο 15 Ὀκτωβρίου 2011 πραγματοποιήθηκαν μέ ἐπιτυχία οἱ ἐργασίες Διεθνοῦς Ἡμερίδας μέ θέμα: "Ἡ προστασία τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τῆς Κύπρου: Κοινή προσπάθεια για τήν ἀποτροπή τῆς παράνομης διακίνησης πολιτιστικῶν ἀγαθῶν".

          Ἡ Ἡμερίδα ἔλαβε χώρα στήν αἴθουσα τελετῶν τοῦ Ἰδρύματος Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ´ καί συνδιοργανώθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, τό Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων καί τό CAARI (Κυπρο-Ἀμερικανικό Ἀρχαιολογικό Ἐρευνητικό Ἰνστιτοῦτο). Σ’αὐτήν προσκλήθηκαν καί παρουσίασαν θέματα τῆς εἰδικότητας τούς δώδεκα ἐξέχοντες ὁμιλητές ἀπό τίς Η.Π.Α., τήν Ἑλλάδα, Ἰταλία, Ἐλβετία, UNESCO καί διάφορα Κυβερνητικά Τμήματα, σέ μια κοινή προσπάθεια ἀνάδειξης, ἀλλά καί ἀντιμετώπισης τοῦ παγκόσμιου προβλήματος τῆς παράνομης διακίνησης πολιτιστικῶν ἀγαθῶν.

          Ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου συμμετεῖχε ὁ θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Νεαπόλεως κ. Πορφύριος, ὁ ὁποῖος στήν ὁμιλία του μέ θέμα «Ο προσπάθειες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου για τήν ἀντιμετώπιση τῆς παράνομης διακίνησης τῆς Θρησκευτικῆς Κληρονομιᾶς», ἀναφέρθηκε λεπτομερῶς στίς διάφορες δραστηριότητες πού ἀναπτύσσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου για τήν καταγραφή, προστασία, συντήρηση καί ἀνάδειξη τῆς Θρησκευτικῆς μας Κληρονομιᾶς. Ἰδιαίτερη μνεία ἔγινε για τίς προσπάθειες ἐντοπισμοῦ καί ἐπαναπατρισμοῦ βυζαντινῶν εἰκόνων καί ἄλλων λειτουργικῶν ἀντικειμένων,  

πού ἐκλάπησαν ἀπό τούς ναούς τοῦ βόρειου τμήματος  τῆς Κύπρου μετά ἀπό τήν βάρβαρη τουρκική εἰσβολή τόν Ἰούλιο τοῦ 1974 καί τήν συνεχιζόμενη ἀπό τότε στρατιωτική κατοχή.

          Τόσον ὁ Θεοφιλέστατος, σον καί ἄλλοι ὁμιλητές, ἀναφέρθηκαν στήν ἀνάγκη συνέχισης καί ἐνίσχυσης τῶν διακρατικῶν συμφωνιῶν, πως τό Μνημόνιο Συναντίληψης (Μ.Ο.U.) μεταξύ τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας καί τῶν Η.Π.Α. πού ἐπιβάλλει περιορισμούς στήν εἰσαγωγή κυπριακῶν ἀρχαιοτήτων στίς ΗΠΑ.  Ἀναφέρθηκαν ἐπίσης στήν πολύ θετική ἐξέλιξη τῆς ἐπιστροφῆς, τόν Φεβρουάριο τοῦ 2012, τῶν τοιχογραφιῶν ἀπό τό ναό τοῦ Ἁγίου Θεμωνιανοῦ στήν κατεχόμενη Λύση, ἀπό τό ῾Ιδρυμα Μενίλ στό Χιοῦστον τοῦ Τέξας, που ἐκτίθεντο μέχρι σήμερα μετά ἀπό συμφωνία μακρόχρονου δανεισμοῦ μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.  

 

 

Ομιλία Θεοφιλέστατου Επισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου στην ημερίδα

“Joint Efforts in Preventing and Combating Illicit Traffic

of the Cultural Heritage of Cyprus”.

Αίθουσα τελετών του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄,

15 Οκτωβρίου 2011

 

Θέμα: 

“The efforts of the Church of Cyprus towards the confrontation of the illicit trafficking of

the Religious Heritage”

 

 

 

 

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση και χαρά η Εκκλησία της Κύπρου συνδιοργανώνει και συμμετέχει στη σημερινή ημερίδα.  Η αποτροπή του παράνομου εμπορίου της Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι όντως υψίστης προτεραιότητας για όλες τις χώρες οι οποίες έχουν πλούσια Πολιτιστική Κληρονομιά, όπως και για την πατρίδα μας και για την Εκκλησία της Κύπρου. Αυτό όμως που διαφοροποιεί την χώρα μας από άλλες Ευρωπαϊκές μεσογειακές χώρες στο τομέα αυτό, είναι αναντίλεκτα οι φοβερές συνέπειες της Τουρκικής εισβολής.

Η τουρκική στρατιωτική εισβολή τον Ιούλιο του 1974 και η έως σήμερα συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού, είχε και εξακολουθεί να έχει καταστροφικές συνέπειες, τόσο για τις χιλιάδες των κυπρίων που έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, όσο και για την  πολιτιστική μας κληρονομιά που ευρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές.

Θύματα αυτής της καλά οργανωμένης προσπάθειας ξεριζωμού των ιστορικών μας ριζών από το κατοχικό καθεστώς, υπήρξαν ασφαλώς τα διάφορα αρχαιολογικά μουσεία, αξιόλογες ιδιωτικές συλλογές, και διάφοροι αρχαιολογικοί χώροι, εκ των οποίων άλλοι λεηλατήθηκαν, ή ανασκάπτονται παράνομα, άλλοι δε καταστράφηκαν ολοσχερώς από τον κατοχικό τουρκικό στρατό.

Το μεγαλύτερο όμως θύμα αυτής της συνεχιζόμενης πολιτιστικής καταστροφής και λεηλασίας, είναι η Θρησκευτική Κληρονομιά της Κύπρου. Πέραν των 570 εκκλησιαστικών μνημείων, παλαιοχριστιανικών, βυζαντινών, μεσαιωνικών και νεωτέρων, έχουν βεβηλωθεί βάναυσα, λεηλατηθεί ανελέητα και αφεθεί έρμαια στην φθορά του χρόνου και των καιρικών συνθηκών.  Πολλά έχουν κατεδαφιστεί. Άλλα κατέρρευσαν. Πολλών άλλων, αν δεν συντηρηθούν κατάλληλα, επίκειται σύντομα η κατάρρευση. Όσα ευρίσκονταν σε σχετικά καλή κατάσταση χρησιμοποιήθηκαν, ή εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται,  ως τζαμιά.

Η παντελής έλλειψη σεβασμού των Τούρκων εισβολέων προς τους χριστιανικούς χώρους λατρείας φαίνεται και από την αλλαγή της χρήσης των μνημείων αυτών. Όλα τα κοιμητήρια έχουν καταστραφεί και ερημωθεί, οι εκκλησίες έχουν μετατραπεί σε  μουσεία, πολιτιστικά κέντρα, αθλητικά σωματεία, καφετερίες, τουριστικά υποστατικά, σιταποθήκες, στάβλους και αχυρώνες, αποθήκες, θέατρα, ξενώνες, εστιατόρια, γραφεία, εργαστήρια καλλιτεχνών, εκθεσιακούς χώρους, γκαράζ, γηροκομεία και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ένας ναός χρησιμοποιείται ως νεκροτομείο!

 

     Από τη μεγάλη πλειοψηφία όλων αυτών των μνημείων, όλα τα κινητά και μη κινητά αντικείμενα έχουν κλαπεί, καταστραφεί, ή παράνομα εξαχθεί και πωληθεί στο εξωτερικό. Σε αυτά περιλαμβάνονται εικόνες (πέραν των είκοσι χιλιάδων), τοιχογραφίες, ψηφιδωτά, ευαγγέλια, χρυσά και αργυρά δοχεία, πολυέλαιοι, εικονοστάσια, κανδήλια, λειτουργικά βιβλία και άλλα κινητά λειτουργικά τεχνουργήματα όπως άγια δισκοπότηρα, θυμιατήρια και σταυροί.

     Σε πολλές περιπτώσεις αυτό το παράνομο εμπόριο πραγματοποιήθηκε μέσω οίκων δημοπρασιών. Χιλιάδες από αυτά τα αντικείμενα, κυρίως βυζαντινές εικόνες,  ευρίσκονται τώρα στη κατοχή ιδιωτών συλλεκτών και Εκθέσεων έργων τέχνης, στην Ευρώπη,  στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτά έχουν εντοπισθεί και επαναπατρισθεί από την Εκκλησία της Κύπρου, ακολουθώντας χρονοβόρες και δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες.

 

     Θα αναφερθούμε ενδεικτικά στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

     Το 1991 επαναπατρίσθηκαν από την Ινδιανάπολη των ΗΠΑ, μετά από απόφαση της Αμερικανικής Δικαιοσύνης, τέσσερα τεμάχια ψηφιδωτών του 6ου

 

 

αιώνα, που προέρχονται από τον ιερό ναό Παναγίας Κανακαριάς στην κατεχόμενη Λυθράγκωμη. Άλλα δύο τεμάχια ψηφιδωτών του ιδίου ναού επανακτήθηκαν το 1983 με την εμπλοκή του μακαριστού Κωνσταντίνου Λεβέντη, και άλλο ένα, που εικονίζει τον Απόστολο Θαδδαίο, επαναπατρίσθηκε τον Σεπτέμβριο του 1997. Το ψηφιδωτό αυτό αγοράστηκε από την Εκκλησία της Κύπρου στην Ολλανδία, μαζί με σπαράγματα τοιχογραφιών του Αντιφωνιτή, με απώτερο σκοπό να αποκαλυφθεί το κύκλωμα παράνομης εμπορίας της Εκκλησιαστικής Κληρονομιάς της Κύπρου που λειτουργούσε ο αρχαιοκάπηλος Aydin Dikmen.

Τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1997 η Γερμανική Αστυνομία επέδραμε σε διάφορα διαμερίσματα που διατηρούσε ο γνωστός Τούρκος αρχαιοκάπηλος Aydin Dikmen και  εντόπισε ένα καταπληκτικό αριθμό έργων τέχνης, περιλαμβανομένων εκατοντάδων εικόνων, τεμαχίων από τοιχογραφίες, ψηφιδωτά και παλαιά χειρόγραφα, που προέρχονται από πενήντα περίπου λεηλατημένες εκκλησίες στην Τουρκοκρατούμενη Κύπρο. Τον Σεπτέμβριο του 2010, μετά από επτά χρόνια δικαστικού αγώνα, το Γερμανικό Δικαστήριο του Μονάχου αποφάνθηκε υπέρ της Κύπρου. Αναμένουμε τώρα την αποδοχή ή απόριψη της έφεσης, από το Εφετείο του Μονάχου, για την τελική απόδοση των αντικειμένων αυτών στην Κύπρο. Αυτή η περίπτωση μόνο, δείχνει ξεκάθαρα την έκταση της λεηλασίας της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου, αλλά και την μεθοδικότητα και οργάνωση με την οποία έχει επιτελεστεί αυτή η λεηλασία.

Το 2007  επαναπατρίσθηκαν κατόπιν διαπραγματεύσεων με το Ίδρυμα Charles Pankow Foundation, στην Καλιφόρνια, έξι κυπριακές βυζαντινές εικόνες της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου, που επρόκειτο να πωληθούν σε δημοπρασία στις ΗΠΑ. Πέντε από αυτές εκλάπησαν το 1974 μετά από την Τουρκική εισβολή, από το μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας και η έκτη εικόνα εκλάπη το 1936 από το ναό του αγίου Ανδρονίκου στον Καλοπαναγιώτη.

Το Νοέμβριο του 2010 άλλες έξι βυζαντινές εικόνες αποδόθηκαν στην Εκκλησία της Κύπρου. Ευσεβής οικογένεια από το Μόναχο της Γερμανίας, έχοντας υπόνοιες για την πιθανότητα προέλευσης των εικόνων αυτών από την κατεχόμενη Κύπρο,  επικοινώνησε με την Κυπριακή πρεσβεία της Κύπρου στο Βερολίνο και την Εκκλησία της Κύπρου. Όταν τους αποδείξαμε την κλοπή των εικόνων απο κατεχόμενους ναούς της Κύπρου, αποδέχθηκαν την απόδοση τους με την ευχή όπως αυτές αποκατασταθούν το συντομώτερο στους χώρους λατρείας απο όπου προέρχονταν. 

Τον περασμένο Ιανουάριο επεστράφη άλλη μια μετάβυζαντινη εικόνα. Πρόκειται για την δεσποτική εικόνα του Χριστού του 18ου αι., που εκλάπη

 

 από το ναό του αγίου Χαραλάμπους στο Νέο Χωριό Κυθρέας μετά την Τουρκική εισβολή, και η οποία πωλήθηκε από έμπορο τέχνης στο Λονδίνο το 1985.  Την εικόνα αυτή είχε αγοράσει καλή τη πίστει ο διάσημος καλλιτέχνης τῆς πόπ μουσικῆς κ. Boy George. Μετά την επίδοση των σχετικών αποδείξεων την επέστρεψε στην Εκκλησία της Κύπρου.

Πρόσφατα, στις 23 Σεπτεμβρίου, ανακοινώθηκε από το Ίδρυμα Menil στο Houston του Τέξας η επιστροφή στην Εκκλησία της Κύπρου των τοιχογραφιών του τρούλλου και της αψίδος  που κλάπηκαν από το εξωκκλήσι του αγίου Ευφημιανού στην κατεχόμενη Λύση το 1984 και αφού παράνομα εξάχθηκαν απο την Κύπρο, κατέληξαν μέσω Ευρώπης στην αμερικανική αγορά πρός πώληση. Το Ίδρυμα Menil κατόπιν άδειας της Κυπριακής κυβέρνησης, αγόρασε τις τοιχογραφίες και στην συνέχεια υπέγραψε ειδική συμφωνία με την Εκκλησία της Κύπρου για την επί δανείω παραχώρηση τους γιά περίοδο δεκαπέντε ετών. Σε μεταγενέστερο στάδιο η περίοδος αυτή επεκτετάθηκε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012. Οι τοιχογραφίες μετά από πολυετή συντήρηση τους τοποθετήθηκαν το 1997 σε παρεκκλήσιο, αντίγραφο του Αγ. Ευφημιανού Λύσης. Τον Φεβρουάριο του ερχόμενου έτους θα αρχίσει η διαδικασία του επαναπατρισμού τους. Μετά την άφιξη τους στην Κύπρο θα τοποθετηθούν σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο στο Βυζαντινό Μουσείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Μακαρίου Γ μέχρι την ώρα της ασφαλούς επιστροφής τους στον ναό του Αγ. Ευφημιανού στην Λύση, από όπου βάναυσα απομακρύνθηκαν.

Υπάρχουν δυστυχώς,  και πολλές περιπτώσεις εντοπισμού βυζαντινών εικόνων και άλλων λατρευτικών αντικειμένων, όπου η επιτυχής διεκδίκηση και ο επαναπατρισμός τους προσκρούει σε διάφορα εμπόδια, κυρίως νομικής φύσεως.

Σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την προέλευση, όπως για παράδειγμα φωτογραφικό υλικό, ή πρότερη δημοσίευση και τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα. Αυτό που απομένει είναι η συλλογή προσωπικών μαρτυριών από άτομα που έζησαν στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, καθώς και η επιστημονική πιστοποίηση, βασισμένη στην τεχνοτροπία καθώς και σε άλλα, ήδη ταυτισμένα αντικείμενα. Μια τέτοια περίπτωση προέκυψε πρόσφατα και αφορά έξι μεταβυζαντινές εικόνες που διατίθεντο προς πώληση σε γκαλερί στο Augsburg της Γερμανίας.

Σε  άλλες περιπτώσεις, η εθνική νομοθεσία του κράτους όπου εντοπίζεται κάποιο αντικείμενο, δεν υποχρεώνει τον κάτοχο να το επιστρέψει στον νόμιμο του ιδιοκτήτη από τον οποίο έχει κλαπεί, εφόσον θεωρηθεί νομότυπη η τελευταία πράξη αγοραπωλησίας.

Παράδειγμα αυτής της περίπτωσης είναι τα βημόθυρα του ιερού ναού του Αγίου Αναστασίου στην Περιστερωνοπηγή Αμμοχώστου, τα οποία, αφού αφαιρέθηκαν παράνομα από το ναό αυτό, μετά την Τουρκική εισβολή,  αγοράστηκαν τελικά από το Kanazawa College of Art της Ιαπωνίας.  Αντιπρόσωπος της Εκκλησίας της Κύπρου, που μετέβη στην Ιαπωνία για να διεκδικήσει την επιστροφή τους, συναντήθηκε με αντιπροσώπους του Kanazawa College of Art και,  παρά το γεγονός ότι προσκόμισε στοιχεία που αποδεικνύουν, τόσο την προέλευση, όσο και την παράνομη αφαίρεση τους, δεν κατάφερε να πείσει για τον επαναπατρισμό αυτών των βημοθύρων.  Η υπόθεση ανατέθηκε στη συνέχεια σε ιάπωνα δικηγόρο, ο οποίος, αφού μελέτησε την υπόθεση, μας πληροφόρησε ότι δεν υπάρχει νομική βάση για την διεκδίκηση της επιστροφής των βημοθύρων, τα οποία, σύμφωνα με τον ιαπωνικό νόμο, αγοράστηκαν και κατέχονται νόμιμα.

 

Άλλες περιπτώσεις οι οποίες εκρεμούν και βρίσκονται εν εξελίξει είναι:

 

α) Η περίπτωση των δυο μεταβυζαντινών εικόνων του Παντοκράτορος Χριστού με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και της Παναγίας με τον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο του 1620, έργα του κρητικού αγιογράφου Μελετίου. Οι εικόνες κατασχέθηκαν απο τις ελβετικές αστυνομικές αρχές τον Μαϊο του 2009 απο ρώσο συλλέκτη στη Ζυρίχη. Προέρχονται απο τον κατεχόμενο ναό του Αγίου Ιακώβου Τρικώμου, τον οποίο σήμερα οι κατοχικές δυνάμεις χρησιμοποιούν ως κέντρο τουριστικών πληροφοριών. Οι ελβετικές αρχές ζητούν απο την κυπριακή κυβέρνηση τελεσίδικη δικαστική απόφαση, για να προχωρήσουν στην απόδοση τους.

β) Η περίπτωση των τεσσάρων εικόνων των αποστόλων Πέτρου, Παύλου, Ιωάννη και Μάρκου του 16ου αι. απο την Μονή του Χριστού Αντιφωνιτή

 

 

 στην κατεχόμενη Καλογρέα. Η τροπολογία της νομοθεσίας του Ολλανδικού κράτους το 2007 με την οποία αποδέχεται την Διεθνή Συνθήκη της Χάγης (1954) προσφέρει πολλές πιθανότητες επιτυχούς επαναδιεκδίκησης τους. Το Ολλανδικό Υπουργείο Πολιτισμού μελετά ήδη το σχετικό αίτημα που του υπεβλήθη απο την τέως Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων κα Ερατώ Μαρκουλλή.

 

γ) Για την περίπτωση των έξι μεταβυζαντινών εικόνων που εντοπίστηκαν σε γερμανική γκαλερί εικόνων στο Augsburg τον Δεκέμβριο το 2010 έγινε αναφορά πιο πάνω. Πρόκειται για τις εικόνες των Απ. Ανδρέα, Απ. Μάρκου, Αγ. Φωτεινής, της Βαϊοφόρου και δυο εικόνων του Αγ. Παντελεήμονα και που προέρχονται απο διάφορους ναούς των κατεχομένων περιοχών. Η υπόθεση καταγγέλθηκε μέσω των κυπριακών αστυνομικών αρχών στην Interpol. Δυστυχώς για την υπόθεση αυτή δεν έχουμε ακόμα οποιαδήποτε νέα.

 

 Οι προσπάθειες που καταβάλλει η Εκκλησία της Κύπρου για την αντιμετώπιση του παράνομου εμπορίου της Πολιτιστικής Κληρονομιάς δεν περιορίζονται μόνο στη διεκδίκηση αντικειμένων που εντοπίζονται από καιρού εις καιρόν στο εξωτερικό, σε γκαλερί ή Δημοπρατικούς Οίκους. Η προσπάθεια ενημέρωσης και διαφώτισης που καταβάλλεται είναι συνεχής, μακρόχρονη και σε όλα τα επίπεδα. 

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος, σε κάθε επίσημη συνάντηση με ξένους επισήμους, διπλωμάτες, θρησκευτικούς αρχηγούς και επισκέπτες, αλλά και στις δικές του επίσημες επισκέψεις στο εξωτερικό, θέτει ανελλιπώς το θέμα αυτό, της προστασίας της Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς. Έχει επίσης αποστείλει κατά καιρούς επιστολές για το θέμα αυτό, στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Jose Manuel Barroso, σε αρχηγούς κρατών και Κυβερνήσεων και σε Διεθνείς Οργανισμούς.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Εκκλησία της Κύπρου συνέστησε και λειτουργεί Γραφείο Αντιπροσωπείας παρά τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς, στις Βρυξέλλες, του οποίου έχω την τιμή να προΐσταμαι. Ένας από τους βασικούς, πρωταρχικούς στόχους της Αντιπροσωπείας είναι ασφαλώς  «…ἡ προβολή καί παρουσίαση τῆς συνεχιζόμενης γιά τριανταπέντε χρόνια παράνομης κατοχῆς ἀπό τά τουρκικά στρατεύματα τῶν χριστιανικῶν χώρων λατρείας πού βρίσκονται στό βόρειο τμῆμα τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, καθώς και η απογύμνωση τους απο τους πολιτιστικούς θησαυρούς που τα κοσμούσαν.

 

Σειρά αξιόλογων εκδόσεων της Εκκλησίας της Κύπρου, με στόχο την καταδίκη της καταστροφής αλλά και της παρεμπόδισης της παράνομης διακίνησης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς έχει πραγματοποιηθεί, απο έγκριτους βυζαντινολόγους. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα βιβλία: 

 

a)     The occupied churches of Cyprus (Λευκωσία, 2001) του διδάκτορα και πρωτοπρεσβύτερου π. Δημοσθένη Δημοσθένους.

b)    Religious Monuments in Turkish-occupied Cyprus (Λευκωσία, 2008) του Δρ. Χαράλαμπου Χοτζάκογλου και

c)     The Christian Art in the Turkish-occupied part of Cyprus (Λευκωσία, 2010) του Δρ. Αθανάσιου Παπαγεωργίου, πρώην διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων.

 

        Ένα άλλο μακρόπνοο έργο που πραγματοποίησε η Εκκλησία της Κύπρου για τον ίδιο στόχο ήταν η συστηματική καταγραφή των βυζαντινών έργων τέχνης (τοιχογραφιών, εικόνων, σκευών, χειρογράφων, παλαίτυπων κ.α.) και στην συνέχεια η δημιουργία ψηφιακού αρχείου ώστε σε περίπτωση κλοπής τους να υπάρχει η δυνατότητα της τεκμηριωμένης καταγγελίας και διεκδίκησης τους. Το επίπονο αυτό έργο κατ’ εντολήν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ανέλαβε και με επιτυχία ολοκλήρωσε ο Δρ. Αθανάσιος Παπαγεωργίου. Επισκέφθηκε όλες τις μητροπολιτικές επαρχίες, τις ενορίες και κοινότητες της ελεύθερης Κύπρου για την υλοποίηση του έργου αυτού. Προς αυτόν η Εκκλησία της Κύπρου εκφράζει τον δίκαιον έπαινον και τις θερμές της ευχαριστίες. Την μεγάλη αξία του έργου αυτού κατανοούμε ιδιαίτερα σήμερα με την ένταση του κύματος διαρρήξεων ακόμα και στις εκκλησίες με στόχο την κλοπή εκκλησιαστικών αντικειμένων απο πολύτιμα ή ημιπολύτιμα υλικά, όπως επίσης εικόνων και χρημάτων.

        Προέκταση του πιο πάνω έργου είναι η εν εξελίξει προσπάθεια δημιουργίας του ψηφιακού αρχείου για τα κειμήλια που έχουν την προέλευση τους τις κατεχόμενες περιοχές. Στο αρχείο αυτό καταχωρούνται όχι μόνο διασωθέντα κειμήλια απο τις κατεχόμενες περιοχές αλλά ακόμα και φωτογραφικό υλικό που προέρχεται απο παλαιές εκδόσεις ή απο πρόσφυγες που το μετέφεραν μαζί τους κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής.

        Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου σε πρόσφατη συνεδρία της, στις 7 Σεπτεμβρίου, ζήτησε από τους ιερείς και εκκλησιαστικούς επιτρόπους όπως εγκαταστήσουν στους κεντρικούς ναούς των ενοριών και κοινοτήτων τους σύστημα συναγερμού κλοπής, καθώς και τη λήψη σειράς άλλων προληπτικών μέτρων διαφύλαξης των κειμηλίων και των λοιπών εκκλησιαστικών αντικειμένων. Ζήτησε ακόμα την μεταφορά και διασφάλιση τους απο απομακρυσμένα εξωκκλήσια ή παρεκκλήσια στους κεντρικούς ναούς. Προέτρεψε τον λαό όπως συνεργάζεται με τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές  για την πρόληψη και καταστολή του κύματος διαρρήξεων.

        Η δημιουργία εκκλησιαστικών μουσείων ή εικονοφυλακίων απο την Ιερά Αρχιεπισκοπή και τις κατά τόπους Μητροπόλεις, τις τρείς τελευταιές δεκαετίες στην Κύπρο είναι έργο που συμβάλλει καίρια στην παρεμπόδιση του εμπορίου έργων της θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Η συγκέντρωση, διασφάλιση, συντήρηση και ορθή προβολή της θρησκευτικής μας κληρονομιάς, τα διαφυλάσσει απο τις κλοπές και παράλληλα καλλιεργεί στους πολίτες τον σεβασμό και την συναίσθηση της ευθύνης για τη της διάσωση και διαφύλαξη τους.

 

        Η Εκκλησία της Κύπρου αγωνίζεται και εντατικοποιεί τον αγώνα της για την πρόληψη και καταστολή του παράνομου εμπορίου της θρησκευτικής κληρονομιάς. Έγιναν και γίνονται πολλά. Όμως απομένουν να γίνουν και άλλα προς τον σκοπό αυτό. Ας μας επιτραπεί να εισηγηθούμε τα ακόλουθα:

 

α) Ανανέωση και επέκταση των προνοιών του Μνημονίου Συναντίληψης (Memorandum of Understanding) που συνομολογήθηκε με τις ΗΠΑ. Η αποτελεσματικότητα αυτού του Μνημονίου είναι αξιοσημείωτη γιατί έχει μειώσει δραστικά την παράνομη εισαγωγή αντικειμένων της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου στις ΗΠΑ. Θεωρούμε επιβεβλημένο όπως η πρόνοια για τις βυζαντινές εικόνες θα μπορούσε να επεκταθεί, ώστε να καλύπτει μέχρι και τον 19ο αιώνα, αφού μεγάλο μέρος των εικόνων που έχουν κλαπεί από τα κατεχόμενα, ανήκουν στην μεταβυζαντινή περίοδο.

 

 

β) Ίδρυση Παρατηρητηρίου διακίνησης και αγοραπωλησιών των κυπριακών αρχαιοτήτων και λοιπών εκκλησιαστικών αντικειμένων, με στόχο τον έγκαιρο εντοπισμό και την αποτελεσματική διεκδίκηση, όταν τέτοια αντικείμενα εντοπίζονται. Στην πραγματοποίηση του στόχου αυτού μπορούν να συνεργαστούν η Εκκλησία καθώς και διάφορα Κυβερνητικά Τμήματα όπως, το Τμήμα Αρχαιοτήτων, το Τμήμα Τελωνείων, η Αστυνομία Κύπρου και η Γενική Εισαγγελία. Η μακρόχρονη εμπειρία άλλων χωρών, όπως π.χ. η Ιταλία,  στον τομέα αυτό, θα μπορούσε να μας βοηθήσει πάρα πολύ.

 

γ) Ενημέρωση μαθητών Γυμνασίων και Λυκείων, με διαλέξεις, με διαγωνισμούς αλλά και με έντυπο υλικό, για την Πολιτιστική μας Κληρονομιά, την σημασία της και τους τρόπους  προστασίας της.

 

 

δ) Εκσυγχρονισμός της κυπριακής Νομοθεσίας ώστε να καλύπτει θέματα όπως οι δημοπρασίες έργων τέχνης κ.α.

          Είμεθα πεπεισμένοι πως με την συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια όλων:  της Εκκλησίας, των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών (Υπουργείο Εξωτερικών, Τμήμα Αρχαιοτήτων, Γενική Εισαγγελία, Αστυνομία Κύπρου) καθώς και την στενή συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, μπορούμε να έχουμε ακόμη πιο ψηλές επιδόσεις στο έργο της πρόληψης και καταστολής της παράνομης εμπορίας της θρησκευτικής κληρονομιάς της Κύπρου, μιας κληρονομιάς κτήμα του ευρωπαϊκού και παγκόσμι